Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jordan. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jordan. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

THE BRAVE ONE (2007)

Τριάντα χρόνια μετά τον Ταξιτζή, το The Brave One έρχεται για να φανερώσει μια αξιοσημείωτη εξέλιξη στην πορεία ολόκληρης της Αμερικής με βάση τις ηρωΐδες της Jodie Foster στις δύο ταινίες. Από θύμα σε μια χώρα σε ανοιχτή σύγκρουση με τον ίδιο της τον εαυτό, παραδομένης σε μη συνειδητοποιημένους εκδικητές (Travis Bickle του Ταξιτζή), τώρα έρχεται να επωμιστεί τον ρόλο ενός πλήρως υπευθύνου vigilante - πολίτη (Erica). Και όπως ακριβώς η σύγχρονη Αμερική δεν μπορεί πια να υποκρίνεται μια βολική άγνοια, έτσι και η Erica έχει πλήρη επίγνωση των πράξεών της και των καταστάσεων με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη. Ο παραλληλισμός της ηρωίδας με ολόκληρο το αμερικανικό έθνος είναι και το πλέον σημαντικό στοιχείο της τελευταίας ταινίας του πολύπλευρου Ιρλανδού σκηνοθέτη.

Η 11η Σεπτεμβρίου σύστησε στους Αμερικανούς πολίτες το αληθινό πρόσωπο του φόβου. Μέσα σε μια μέρα (ή νύχτα προκειμένου για την Erica) η αθωότητα γκρεμίστηκε με τον πιο ηχηρό τρόπο και ο τρόμος, η καχυποψία και οι πάσης φύσεως υστερίες πήραν τη θέση της. Εάν ο θεατής αναρωτηθεί για το πώς είναι δυνατόν η ηρωΐδα να έχει περάσει μια ζωή χωρίς να έχει γνωρίσει τις σκοτεινές πλευρές της πόλης/κοινωνίας της και ξαφνικά να γίνεται μάρτυρας απανωτών εγκληματικών περιστατικών, θα βρει την απάντηση στο προαναφερθέν συμβολικό επίπεδο: Οι κοσμοθεωρίες των Αμερικανών γκρεμίστηκαν εκείνη την μέρα, όταν και συνειδητοποίησαν ότι ζουν στον ίδιο κόσμο με όλους εμάς και δεν είναι περισσότερο ασφαλείς από κανέναν.

Επανερχόμενος στην αντιπαραβολή με τον Ταξιτζή (που ευνοείται και από τη σκηνή που η Erica αναλαμβάνει να βοηθήσει μια ανήλικη πόρνη από τις άρρωστες ορέξεις του νταβατζή της – ένα έξυπνο inside joke άραγε;), αμφότερα τα φιλμ κατόρθωσαν να συλλάβουν το κλίμα της εποχής τους. Πίσω στα 70’s η Αμερική είχε να αντιμετωπίσει πρωτίστως τον ίδιο της τον εαυτό και οι εγγενείς ιδιομορφίες του Travis υποδείκνυαν ακριβώς αυτό το γεγονός. Σήμερα, ο εχθρός προσδιορίζεται με χαρακτηριστική ευκολία έξω από τα σύνορα της χώρας (κάπου εκεί στην Μέση Ανατολή, διόλου τυχαία), όπως οι ισπανόφωνοι «αλήτες» που επιτίθενται στην Erica και την φέρνουν απρόσμενα και χωρίς τη θέλησή της σε επαφή με έναν άλλο εαυτό που τόσο καιρό δεν ήξερε πως έκρυβε. Ωστόσο οι συγκρίσεις με το σκορσεζικό αριστούργημα σταματούν κάπου εκεί και τα όρια του The Brave One κάνουν την εμφάνισή τους: Σκηνές υπέρ του δέοντος συναισθηματικές, η άστοχα κωμική σφήνα ενός, κατά τα υπόλοιπα, αδιάφορου χαρακτήρα (ντεντέκτιβ Vitale) και τα γλυκανάλατα ποπ τραγούδια, έρχονται για να ακυρώσουν σε καίριες στιγμές την υπνωτιστική σκηνοθεσία του Jordan και τη σοβαρότητα που φέρνει, σαν φυσική παρουσία, αλλά και σαν ερμηνεύτρια, η Foster. Οι εύκολοι μελοδραματισμοί δεν ταιριάζουν σε κανέναν από τους δύο και η σκεπτόμενη και βαθύτατα πολιτική πλευρά της ταινίας τους δέχεται σοβαρό πλήγμα από αυτές τις επιλογές. Δεν είναι λίγοι άλλωστε αυτοί που τις αποδίδουν στον περιβόητο παραγωγό Joel Silver (Lethal Weapon).

Το βασικό ερώτημα στο οποίο καλείται αναπόφευκτα το φιλμ να απαντήσει αφορά την θέση του πάνω στο ζήτημα της αυτοδικίας. Οι παραλληλισμοί με ταινίες όπως τα Death Wish (1974) και Dirty Harry (1971) έφεραν μοιραία μαζί τους και τις (εύκολες) κατηγορίες που είχαν δεχτεί εκείνες στην εποχή τους περί φασιστικής νοοτροπίας. Εστιάζοντας στην ταινία του Jordan, η σκηνή – κλειδί βρίσκεται στο φινάλε. Είτε δεχτούμε ότι ο αστυνομικός του Terrence Howard αντιπροσωπεύει το Κράτος ή την κοινωνία, είτε όχι, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το μήνυμα που περνάει με την απόφασή του να βοηθήσει την Erica: θα υπάρξουν και άλλοι που αναγνωρίζοντας το (όποιο) δίκιο έχεις, θα σε στηρίξουν στο δρόμο της αυτοδικίας.
Ο έμπειρος Jordan φλερτάρει με την πιθανότητα ο θεατής να οδηγηθεί σε επικίνδυνα συμπεράσματα για τις προθέσεις του, μόνο όμως αν αγνοήσει τις λεπτές σκηνοθετικές επιλογές σε αποφασιστικά σημεία και κυρίως τον τρόπο που μεταχειρίζεται τους δυο βασικούς του ήρωες. Αφού παίρνει την εκδίκησή της, η Erica φεύγει από τον τόπο του εγκλήματος σαν κυνηγημένη, μια αίσθηση που εντείνεται από το απειλητικό καδράρισμά της από τόσο μεγάλο ύψος, ώστε οι μικροσκοπικές της διαστάσεις να έρχονται σε αντίθεση με τη δυναμική γυναίκα που παρακολουθούσαμε στα προηγούμενα λεπτά. Στο τελευταίο πλάνο, η ηρωΐδα προχωρά στο σκοτεινό τούνελ και στέκεται εκεί, μακριά από το φως, καθώς η φωνή της μας διαμηνύει ότι «δεν υπάρχει πια επιστροφή…». Όσο για τον ντεντέκτιβ Mercer, ο «αυτοτραυματισμός» του έρχεται να υπογραμμίσει το γεγονός πως και ο ίδιος θα μείνει σημαδεμένος από την επιλογή του να καλύψει την αυτοδικία. Δεν υπάρχει καμμία επιβράβευση, καμμία σκηνοθετική στήριξη σε αυτούς που επέλεξαν να πάρουν το νόμο στα χέρια τους. Αν θελήσουμε να αναζητήσουμε πρόσθετες αποδείξεις για τη θέση του σκηνοθέτη και κατ’ επέκταση της ταινίας, αρκεί να παρατηρήσουμε πώς κινηματογραφούνται οι φόνοι που διαπράττει η Erica με την αυξανόμενη βιαιότητά τους και την ολοένα και πιο αποκρουστική απεικόνιση της, όσο αυτή εξοικειώνεται με τον νέο της ρόλο. Το φινάλε αφήνει να εννοηθεί ότι η Erica και ο Mercer οδεύουν προς ένα σκοτεινό μέλλον, αίσθημα που αναμφισβήτητα μοιράζονται με τους εκ του τρόμου αφυπνισθέντες Νεοϋορκέζους συμπολίτες τους.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής