Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

100-91 (Α.Π)

100) Away From Her (2006), της Sarah Polley
Αξιοθαύμαστα εγκρατής μελέτη πάνω στην μνήμη (και το παρελθόν) ως θεμελιώδες συστατικό της ταυτότητας ενός ανθρώπου, η πρώτη σκηνοθετική δουλειά της ηθοποιού Sarah Polley οδηγείται από τον καρτερικό, για αυτό και μακροχρόνιο, έρωτα ενός άντρα για μια γυναίκα που σταδιακά παρασύρεται από τα νερά της λήθης.

99) Offside (2006), του Jafar Panahi
Εκμεταλλευόμενος την αταξική και παγκόσμια απήχηση του ποδοσφαιρικού πανηγυριού, ο κορυφαίος Ιρανός σκηνοθέτης θα επιλέξει σοφά να το αφήσει εκτός κάδρου και θα παραδώσει ένα φιλμ που περισσότερο από μία ακόμα κριτική της θεοκρατικής, καταπιεστικής προς τις γυναίκες, ιρανικής κοινωνίας , στέκει ως υπενθύμιση της ισχύος της κωμωδίας ως πολιτικοκοινωνικό σχόλιο.

98) American Splendor (2003), των Shari Springer Berman και Robert Pulcini
Όταν ο Harvey Pekar, ένας μικροαστός χωρίς φιλοδοξίες και γεμάτος από απίθανες εμμονές, αποφάσιζε να μεταφέρει σε κόμικ την καθημερινότητά του, δε φανταζόταν την επιτυχία που θα γνώριζε και που θα οδηγούσε και στη δημιουργία ενός «βιογραφικού φιλμ» πολύ διαφορετικό από κάθε άλλο εκπρόσωπο του είδους. Γεμάτο φορμαλιστικές καινοτομίες που αποπνέουν φρέσκο κινηματογραφικό αέρα, εκτός των άλλων σύστησε στο ευρύ κοινό τον σαρωτικό Paul Giamatti, μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες των 00’ς.

97) Un Conte de Noel (2008), του Arnaud Desplechin
Ο Arnaud Desplechin, εξωφρενικά παραγνωρισμένος στα μέρη μας, εδώ και είκοσι χρόνια αποτελεί έναν από τους πιο αξιόπιστους Ευρωπαίους δημιουργούς. Το 2008 θα φτάσει στο ζενίθ της δημιουργικότητάς του με μία μαύρη κωμωδία που επαναπροσδιορίσει το είδος της οικογενειακής, χριστουγεννιάτικης ταινίας και που αποθεώνει την αφηγηματική δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη, καθώς χειρίζεται μια πληθώρα χαρακτήρων (και ένα εξαιρετικό cast) με τη σιγουριά ενός Altman και τη τρέλα ενός Allen.

96) In Bruges (2008), του Martin McDonagh
Ασυγκράτητα αστείο και διασκεδαστικά αδιάφορο προς κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας, το ντεμπούτο του McDonagh είναι ένας γνήσιος απόγονος των ευρωπαϊκών φιλμ νουάρ στην εικονογράφησή του, εμποτισμένο όμως με γενναίες δόσεις βρετανικού χιούμορ και ιπποτικού ρομαντισμού, καθώς εκμηδενίζει τις αποστάσεις ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία με ένα ξεσηκωτικό οπλοστάσιο από instant classic ατάκες.

95) Les Amants Reguliers (2005), του Philippe Garrel
Σε αντίθεση με τη ρετρό καλλιτεχνική διεύθυνση της ταινίας του, ο Garrel χρησιμοποιεί μια αφηγηματική φόρμα ορμητική και ζωντανεύει την αγνότητα, τη δύναμη και τα αιτήματα της nouvelle vague σε ένα επίκαιρα επαναστατικό πλαίσιο: στην πραγματικότητα ελάχιστα έχουν αλλάξει.

94) Grizzly Man (2005), του Werner Herzog
Αναγνωρίζοντας στην αληθινή ιστορία του Timothy Treadwell κάτι από τη δική του λατρεία για τη φύση και την εμμονή του για την εξερεύνηση των ανθρώπινων ορίων, ο Herzog ξεπερνά τους εγγενείς περιορισμούς ενός ντοκιμαντέρ και παραδίδει έναν ποιητικό στοχασμό πάνω στο θάνατο ως τη σίγουρη και άδικη ήττα του ανθρώπου από την ίδια του τη φύση.

93) Garden State (2004), του Zach Braff
Κάθε γενιά δικαιούται μιας τόσο όμορφης ταινίας αφιερωμένης σε αυτήν. Χωρίς να είναι σε καμμία περίπτωση περιοριστικό, το Garden State είναι προορισμένο να αγγίξει πρωτίστως όσους βρίσκονται στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους, κάπου ανάμεσα στον ενθουσιασμό/όνειρα του πριν και στην ασφάλεια/συμβιβασμό του μετά. Αφού μας τραγουδήσει με γλυκόπικρες μελωδίες ότι there’s beauty in the breakdown, κερδίζει και με το παραπάνω το happy end του ως ένας ύμνος στη συνύπαρξη απέναντι στην άβυσσο της ζωής.

92) Undertow (2004), του David Gordon Green
Ξεφεύγοντας όσο ακριβώς χρειάζεται από τη σκιά της επιρροής του Malick, ο φοβερός David Gordon Green φέρνει τους αγαπημένους του ήρωες - νεαρά παιδιά του φτωχού αγροτικού νότου - αντιμέτωπους με μια μοίρα τραγική και με αμαρτίες του παρελθόντος. Η κάμερά του ζωγραφίζει σαν βγαίνει στην φύση ακολουθώντας τα δυο αδέλφια που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον βίαιο θείο τους, αλλά ταυτόχρονα επιτυγχάνει να διεισδύσει στην ψυχή τους με την ηρεμία και τη ποιητική δύναμη ενός ξεχωριστού αφηγητή. Η πραγματική αποκάλυψη όμως είναι ο Jamie Bell καθώς ενηλικιώνεται ερμηνευτικά παράλληλα με τον ήρωά του.

91) Le Scaphandre et le Papillon (2007), του Julian Schnabel
Το Σκάφανδρο αποτελεί υπόδειγμα ταινίας που αποφεύγει με χαρακτηριστική ευκολία το εκβιαστικό του θέμα, καθώς ο Schnabel επιλέγει σοφά να αναδείξει το συναίσθημα μέσα από την εντυπωσιακή του κινηματογράφηση. Τα οπτικά ευρήματα και τα πειράματα με την γλώσσα και την γραμματική του σινεμά εντυπωσιάζουν και αναδεικνύουν σε πραγματικό θέμα του φιλμ την μετα-επικοινωνία. Παίζοντας με την εντυπωσιακή -δεδομένων των συνθηκών- υιοθέτηση μιας αφήγησης υποκειμενικής, οι φλυαρίες και τα κραυγαλέα μηνύματα ανάλογων εγχειρημάτων του παρελθόντος παραγκωνίζονται από μια εικαστική πανδαισία που προτιμάει να μιλήσει για το δικαίωμα στη ζωή, και το πράττει με κομψότητα και συγκινητική αξιοπρέπεια.

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

WELCOME (2009)


Έχω έναν φίλο, ας τον πω Μ. Έχουμε πιεί παρέα, μ’ έχει εξυπηρετήσει σχεδόν χωρίς να με ξέρει και χωρίς να περιμένει τίποτα από μένα, όποτε με βλέπει, πάντα λιγάκι σουρωμένος, κάνει λες κι είμαστε αδέλφια. Ο Μ. είναι Κούρδος και φυλάει κορίτσια στο κέντρο.
Πριν λίγο καιρό ξεκίνησε με τα πόδια να πάει στο βόρειο Ιράκ, στην πατρίδα του, να φέρει την γυναίκα που αγαπά στην Ελλάδα. Γύρισε επίσης με τα πόδια.

Αυτή είναι με λίγα λόγια η ιστορία του Welcome, της νέας ταινίας του Philippe Lioret. Και αυτό είναι με ακόμα λιγότερα λόγια το προνόμιο του φθίνοντος ευρωπαϊκού σινεμά σε σχέση με το αμερικάνικο: Μιλάει ακόμα για πράγματα που τα ζούμε, δεν τα φαντασιωνόμαστε. Και δεν αρνούμαι λεπτό πως η φαντασίωση μπορεί να έχει συναισθηματική βαρύτητα ανυπολόγιστη. Ένας θεός ξέρει πόσο καλά γνωρίζω την Iowa και τις σκεπαστές γέφυρες της κομητείας του Μάντισον, πόσες φορές σκέφτομαι ενστικτωδώς σαν τον Ρόμπερτ Κινκέϊντ. Απλώς τα ζύγια πάνε κι απ’ την άλλη, όταν αναλογίζομαι εκείνο που έχω δίπλα ολοζώντανο, με μηδενική έπαρση και εκπληκτική ακεραιότητα: Έναν άνθρωπο, ξέρετε γάλλοι βουλευτές εσείς που ψηφίσατε το νόμο που φυλακίζει πέντε χρόνια όποιον βοηθά «λαθρομετανάστη» και σώζει τον συνεργάσιμο πολίτη υπεράνω υποψίας., έναν άνθρωπο που αναπνέει κι αισθάνεται και μάλλον αξίζει τον αέρα του περισσότερο από σας και μάλλον νοιώθει την καρδιά του να χτυπά δυνατότερα από σας, έναν άνθρωπο που στην εποχή του T.G.V., της διαστημικής εποχής και του twitter περπατάει χιλιάδες χιλιόμετρα για την αγαπημένη του. Γαμώτο, που λέει κι ο γάλλος πρωταγωνιστής της ταινίας, εμείς δεν πάμε ως απέναντι γι’ αυτόν που αγαπάμε..

Ο Κούρδος της ταινίας φτάνει από το Κουρδιστάν στο εξαίσια βροχερό, γκρι Καλαί, στο πέρασμα της Μάγχης για την Αγγλία. (Ποτέ μου δεν είδα τόσο επώδυνα ρομαντικά κι άπιαστα φωτογραφημένα τα περίφημα white cliffs of Dover της απέναντι μεριάς.) Και με τα ελάχιστα πληρώνει έναν δάσκαλο κολύμβησης να του μάθει ελεύθερο. Είναι κάπου εκεί, στο τέταρτο της ταινίας που ψυχανεμίζεσαι το γιατί, και προαισθάνεσαι πως αυτή η ταινία δεν θα σ’ αφήσει ήσυχο.
Ο Lioret όσο δεν αποφεύγει κάποια κλισέ, άλλο τόσο αποφεύγει να δημιουργήσει ένα μεταναστευτικό μελόδραμα από την μεριά των θυμάτων. Των προφανών θυμάτων, εννοώ. Γιατί μεταφέροντας την ματιά του πίσω από τον γάλλο πρωταγωνιστή – ένας έξοχος Vincent Lindon – έναν πρώην σύζυγο «ακτιβίστριας του συσσιτίου» που τον εγκαταλείπει κατά την διάρκεια του φιλμ, πολιτικοποιεί έξοχα μια ταινία που δεν θ’ αφήσει την γαλλική νομοθεσία ασχολίαστη, ενώ ταυτόχρονα θα προσδώσει έναν απρόσμενο χαρακτήρα ανδρικής ερωτικής ιστορίας που είχα καιρό να δω.
Η σεμνή κινηματογράφηση των βλεμμάτων που χάνουν σταδιακά την πίστη τους σ’ αυτό που τους περιβάλλει και η εκθαμβωτική υποκριτική προσήλωση του Firat Ayverdi στον ρόλο του 18χρονου που αγαπά, βρίσκουν την στοιχειωτική τους ανάταση στην κλιμάκωση της Μάγχης σε μια σκηνή που θα συνοδεύει για καιρό.
Ανεπιφύλακτα.

90-81 (Η.Δ.)

90. UNFAITHFUL (2002), Adrian Lyne, director
Σταθερός λάτρης του μετρ της γιάπικης κοινωνιοπάθειας ήδη από τον καιρό των 9 ½ Εβδομάδων, εδώ ομολογώ πως κατ’ αρχήν προσηλυτίσθηκα από τον αριστουργηματικό φακό του και την θεία μουσική του Kaczmarek για να καταλάβω στις επόμενες προβολές πως πίσω από την μοιχαλίδα Lane, ο Lyne υποσκάπτει ακόμα μια φορά έναν έκπτωτο θεσμό που όχι μόνο «δολοφονεί» τον πόθο, αλλά θέλει και να κερδίσει την συμπάθειά μας στο έξοχης αμφισημίας τελικό πλάνο.

89. CHICAGO (2002), Rob Marshall, director
Το αναμενόμενο Όσκαρ του 2002 είναι μια σύναξη killer ιδιοφυΐας (Fosse), σπουδαίου ταλέντου (Condon, Atwood), μαγκιάς (Marshall), άψογου casting (Gere), αποκαλύψεων (Latifah, Zeta-Jones), σταθερών αξιών (Zellwegger) και ζηλευτού μηχανισμού παραγωγής. Ο συνδυασμός δεν αποτυγχάνει, η υπενθύμιση της πατρίδας του that’s entertainment είναι ρητή, οι ιδεολογικές διαφοροποιήσεις μπορούν να περάσουν στο άλλο δωμάτιο.

88. THE GOOD SHEPHERD (2006), Robert De Niro, director
Η μόλις δεύτερη σε δεκατρία χρόνια σκηνοθεσία του Bobby, είναι ένας μικρός άθλος κι ένας μεγάλος θρίαμβος. Σκηνοθεσία λιτής ατμοσφαιρικότητας, υποκριτικής καθοδήγησης (άλλος ένας μεγάλος ρόλος του Damon), παραπολιτικής σαφήνειας και αισθητικής συνάφειας με τα πολυαγαπημένα ‘70ς, όλα μαζί σε περιτύλιγμα που σκηνοθέτης σχολής έχει να πετύχει απ΄ τον καιρό του Pakula.

87. THE SHAPE OF THINGS (2003), Neil LaBute, director
Το υπερεκτιμημένο αμερικάνικο indie δεν έχει βγάλει και πολλά πράγματα – τα περισσότερα είναι του LaBute. Εδώ μετατρέπει την Weisz σ’ ότι πιο σιχαμένο έχεις δει απ’ τον καιρό της Linda Fiorentino (κι ευτυχώς ο άντρας της έκανε ότι μπορούσε στο Fountain να την περισώσει) προκειμένου να στοιχειοθετήσει τον πάγιο προβληματισμό του όχι πάνω στον πόλεμο των δύο φύλων αλλά στην σταράτη, default ήττα του Αρσενικού. Αξέχαστο κι ακόμα πιο ενοχλητικό στην δεύτερη προβολή.

86. OPEN WATER (2003), Chris Kentis, director
Με προϋπολογισμό τηλεοπτικού επεισοδίου και διάθεση σπηλμπεργκισμών, ο Kentis – που μυστηριωδώς έχει έκτοτε να γυρίσει ταινία - στήνει ένα αρχετυπικό φίλμ φόβου, που δίχως επιτηδεύσεις, δραστηριοποιεί πρωταρχικούς μηχανισμούς θέασης/ταύτισης, και επωφελούμενος του φαντασιωτικού δυναμικού της ιστορίας σου σμπαραλιάζει τα νεύρα θυμίζοντάς σου τελικά πόσο εύκολο είναι να φοβηθείς το άγνωστο και γιατί το σινεμά κρατάει το εικοστό δαχτυλίδι ανάμεσα στις τέχνες.

85. APOCALYPTO (2006), Mel Gibson, director
Στην βάση του μια ταινία καταδίωξης προσθέτοντας όμως τον εκρηκτικό συνδυασμό μιας Malickικής φυσιολατρείας με την φετιχιστική βία του Gibson, συνειδητοποιείς πως έχεις να κάνεις μ’ έναν δημιουργό κλάσεως αυθεντικότητας Peckinpah που, ωστόσο, δεν θα παύσει σ’ έναν αντιαμερικανικό /αντι«πολιτισμικό» σχολιασμό. Το twist του φινάλε, φαντάζει πιασάρικο, όταν όμως το ξανασκεφτείς διαλέγεται διεξοδικά με όσα έχεις προηγουμένως δει.

84. THE WRESTLER (2008), Darren Aronofsky, director
Από τη μια ένα τρομακτικά πληθωρικό, διαστατικό έπος ρομαντισμού, από την άλλη μια στεροειδής, οξυζεναρισμένη ελεγεία του δρόμου, ο Aronofosky είναι απροκάλυπτα ο πιο ταλαντούχος, αντιφατικός και, για κάποιους, ψεύτης, της γενιάς του. Εδώ, ωστόσο, είναι το τρομακτικό tour de force ενός Mickey Rourke (για κάποιους, υπό…δίωξη) που δεν αφήνει ικμάδα αμφισβήτησης για την ειλικρίνεια ενός ανέλπιστου – κι ανέλπιδου – αριστουργήματος.

83. THE BOURNE TRILOGY (ειδική μνεία: Bourne Ultimatum - 2007), Doug Liman, Paul Greengrass, directors
Ο Jason Bourne, μαζί με τον αναγεννημένο 007, είναι οι πραγματικοί υπεράνθρωποι των ‘00ς, Batman συμπεριλαμβανομένου. Μάσκα, φορεσιά και όπλο είναι το κορμί τους, ο κυνισμός τους είναι ανάγκη, από μέσα τους, διάτρητοι. Σαν την αυτάρεσκη, αυτοϊκανοποιούμενη, αυτοκαταστρεφόμενη εποχή τους ένα πράγμα. Ο Bourne, με τα χαρακτηριστικά του άψογα σιωπηλού method man Damon, κινείται σε μια Ευρώπη βροχερή, αμερικανοελεγχόμενη, αλλόκοτα σπασμωδική ανάμεσα στα μνημεία του φθίνοντα πολιτισμού της.

82. THE ASSASSINATION OF JESSE JAMES BY THE COWARD ROBERT FORD (2007), Andrew Dominik, director
Με την ελεγειακή σκηνοθεσία του στηριγμένη στους πένθιμους ήχους των Ellis/Cave, η Δολοφονία μοιάζει με νεκρική σονάτα, μ’ ένα νανούρισμα φαντασμάτων που ενώ στο βάθος του διαπράττει την αναγκαία πράξη του εξορθολογισμού της ιστορικής καταγραφής, την ίδια στιγμή «μολύνεται» από την σαγήνη ενός μανιοκαταθλιπτικού ήρωα σε πτώση αλλά και από την ερωτική ημιτέλεια ενός θλιμμένου δειλού σε εξαφάνιση.

81. POSSESSION (2002), Neil LaBute, director
Μάλλον ερωτευμένος εδώ ο LaBute – δεν θα κρατούσε πάνω από χρόνο… - στήνει ένα διαχρονικό love story δύο παράλληλων ιστοριών, στοχαζόμενος μεταξύ άλλων στην σημερινή αδυναμία ερωτικής σύνταξης. Ωστόσο, το να βλέπεις μια ρομαντική ταινία ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικούς από ταινία της Efron (που μια δεκαετία πριν ήταν εντελώς του γούστου μου), ανθρώπους που διαβάζουν βιβλία κι εμπνεόνται από ανθρώπινες ιστορίες είναι μεγάλη υπόθεση.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

100-91 (Η.Δ)

100. FRAILTY (2001) Bill Paxton, director
Ένα από τα καλύτερα πολυγνωστικά horror της δεκαετίας που φεύγει, ένα πρισματικό θρίλερ πάνω στην ανθρώπινη φύση και το δεκατισμό της από την θρησκοληψία – κι όλα όσα οδηγούν σ’ αυτήν. Επίσης, άλλη μια λαμπρή προσθήκη στις ταινίες ηθοποιών first time σκηνοθέτες.
Κρίμα που μένει ευρέως ξεχασμένο, παρά την διθυραμβική του, τότε, υποδοχή.

99. PANIC ROOM (2002), David Fincher, director
Στον σκηνοθέτη του Fight Club δεν επιτρέπονται τέτοιες «ελαφρότητες», αναμφίβολα πιστεύουν πολλοί προδομένοι φαν – σκεπτόμενοι ακριβώς όπως οι ακόλουθοι του Tyler. Ο Fincher όμως εξελίσσεται, κάνει σταθερά καλύτερες ταινίες από το FC και τούτο είναι η πιο αθόρυβη όλων. Μια αντιιμπεριαλιστική μαύρη κωμωδία, μασκαρεμένη σε οικιακό θρίλερ κλάσεως.

98. IN BRUGES (2008), Martin McDonagh, director
«YOU are a fucking inanimate object!!». Είναι μόνο μια στιγμή άπταιστου αναρχικού χιούμορ, μιας άπταιστης έκρηξης του, το πάλαι, ψύχραιμου φλέγματος. Η εκδοχή του ταραντινισμού αλά βρετανικά, με πλήθος συν: Την αυθεντική ευστροφία, την πραγματική εξυπνάδα, την υφέρπουσα, διάχυτη μελαγχολία. Προσθέτεις την πόλη που πρέπει πλέον να επισκεφθώ…

97. CINDERELLA MAN (2005), Ron Howard, director
Υπό προϋποθέσεις…Rocky με καλύτερο σκηνοθέτη αλλά (αληθινό) success story και «ενοχλητικό» αντιδραστισμό. Ουδέν πρόβλημα για τον υπογράφοντα που συμμετέχει με χέρια και με πόδια στο τελευταίο μισάωρο, σ’ συτό το magnum opus του μεγάλου Russell Crowe, συνεπικουρούμενος από μια ακόμα χολιγουντιανού περφεξιονισμού αίσθηση biopic εποχής.

96. CARS, John Lasseter/Joe Ranft, directors
Η τελευταία φορά που ακούστηκαν τα τραχυμένα μπάσα του Newman σε αίθουσα είναι αρκετός λόγος για εδώ, πόσο μάλλον που ο τεράστιος Lasseter έχει μιάνει το αποτέλεσμα με εξαίσιο παλιομοδιτισμό, σοβαρή οικολογία και στάσεις αναγκαίες να πας παρακάτω.

95. IL DIVO (2008), Paolo Sorrentino, director
Προβολέας σε στιγμές που ο εφιαλτικός καμπούρης της ιταλικής πολιτείας τα τελευταία εξήντα χρόνια, αποφασίζει «μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων», τριγυρνάει σα Νοσφεράτου τα σοκάκκια της νυχτερινής Ρώμης, εξομολογείται - ή εξομολογεί; - (σ)το Βατικανό κι υφαίνει έναν αξεδιάλυτο ιστό αναπόδεικτης μηχανορραφίας και πρακτικού μακιαβελισμού με θύμα την πολιτική αθωότητα και το ρημαδιό της εξουσίας. Ο Σορεντίνο φτερνίζεται πλάνα και ροχαλίζει σεκάνς και το ιταλικό σινεμά ανασαίνει καιρούς Κονφορμίστα.

94. RATATOUILLE (2007), Brad Bird, Jan Pinkava, directors
Όταν διαλέγεις έναν αρούρη για ήρωα – μάγειρο και στο τέλος πεινάς, τότε ξέρεις πως η Pixar θα πάρει όλα τα ρίσκα που οι άλλοι προσπερνούν σφυρίζοντας, θα τα φορέσει σε μια κωμωδία ενηλικιώνοντάς τα, θα σε μάθει ν’ αγαπάς το «άλλο» και θα διδάξει δραματουργία αντίφασης σε κάτι σαχλοκούδουνα που κάνουν το θεοστρόγγυλο σινεμά τους να μοιάζει με μανιφέστο γραμμένο σε πάνες.

93. LA VEUVE DE SAINT-PIERRE (2000), Patrice Leconte, director
Ένας από τους τρεις κορυφαίους νεότερους γάλλους σκηνοθέτες, στην δεκαετία της παρακμής του, κάνει δύο κομψοτεχνήματα κι αυτό είναι το ένα. Μανιώδης της λεπτομέρειας στον φακό και την γραφή του, λέει την ιστορία μιας λύτρωσης, μια ιστορία ενός γάμου εν μέσω κι όχι στο περιθώριο ενός πλήθους ευφυολογημάτων πάνω στην ανθρώπινη φύση. Ασύλληπτο, ξεχασμένο, ανόθευτο γαλλικό σινεμά προϊόν μιας άνοιξης (των ’90ς) που δεν έβγαλε σε καλοκαίρι.

92. ALMOST FAMOUS (2000), Cameron Crowe
Ο Cameron Crowe έχει πρόβλημα να κάνει αδιάφορη ταινία, τουλάχιστον αν μοιράζεσαι τις ανησυχίες του – που, δόξα σοι, δεν γίνονται ποτέ εμμονές. Η ομορφιά της εφηβείας, η λύπη για το ξεγλύστρημά της, οι μικρές αναντικατάστατες ατμόσφαιρες μεταξύ φίλων, το ροκ, φυσικά, και αυτό που λέει κάποια στιγμή ο Hoffman. “People like us are uncool”
Get it;

91. LE FABULEUX DESTIN D’ AMELIE POULAIN (2001), Jean Pierre Jeunet, director
Από την αρχική σεκάνς των παραλληλισμών – επιρροή της οποίας πρέπει να είχε ακόμα και ο περσινός Fincher – στην Αμελί που γίνεται νεράκι κι από το βλέμμα του Κασοβίτς μέχρι την καθ’ αυτή αντίληψη του Ζενέ, η Αμελί αποπνέει έναν αέρα εστετίστικα λαϊκής μοναδικότητας, είναι ένα feel good έμπνευσης (ή μήπως δικαίωσης;) πολλών ρομαντικών ψυχών out there κι, επί τέλους, ένας λόγος να σκούζουν τα γαλλικά 00’ς πως έκαναν μια σοβαρή ταινία μεγάλου, ειδικού κοινού.

Η.Δ.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Best of 00's - Εισαγωγή και τιμητικές αναφορές (Η.Δ.)

Ένας βασικός τρόπος για να τη βγάλεις καθαρή με τις λίστες – και να «μην κλαις» που λέει κι ο φίλος μου ο Πάνοσ – είναι να μην τις πάρεις και πολύ στα σοβαρά. Κρατάς την διασκεδαστική τους πλευρά – που είναι ότι αναμοχλεύεις πράγματα που γουστάρεις – δέχεσαι ότι οι βαθμολογίες είναι αυθαιρεσίες που βολεύουν στην συνεννόηση και, το κυριότερο, αναπαύεσαι στην σκέψη πως η σχέση με δαύτες (οφείλει να) είναι εντελώς δυναμική. Έτσι η λίστα που θα παραθέτω τις επόμενες μέρες – μετά από διάγγελμα του seagazing – είναι μια λίστα της οποίας η σειρά δεν έχει και τόση σημασία, οι ταινίες όμως είναι εκείνες που κρατώ από τα 00’ς. Μια δεκαετία που για μένα υπήρξε ριζικά απελευθερωτική στο σινεμά και τις τρεις-τέσσερεις ταινίες την ημέρα των 90’ς, κατά την οποία απενοχοποιήθηκα, εννόησα πως προτιμώ να μου αρέσουν ταινίες παρά να μετατρέπομαι σε κάποιον που «του αρέσουν οι καλές ταινίες», σταθεροποίησα μέσα μου το γεγονός πως μια κινηματογραφία υπάρχει (η αμερικάνικη) κι από κει και πέρα κάποιες αταξινόμητες γεωγραφικά δημιουργίες και, τέλος, που κατάλαβα πως το σινεμά δεν είναι μόνο σκηνοθέτες, αλλά, περισσότερο, μυστικές ταινίες-συνομιλίες.

Αστρολογικά συνεχίζοντας, στην λίστα μου, οι πρώτες δεκατρείς ταινίες είναι πεντάστερες και μ’ αυτήν την έννοια μη ανταλλάξιμες με ταινίες κάτω από αυτές, αλλά από κει και κάτω το τέσσερα με το και μισό δημιουργούν συνθήκες μαγματώδους ομορφιάς και, στην ουσία, θα πρότεινα σ’ όποιον την ακολουθήσει να μείνει περισσότερο στο πνεύμα παρά στο νούμερο.

Τέλος, πριν παραθέσω τις αναγκαίες αναφορές ταινιών που έμειναν έξω από την 100άδα (κάμποσες εξ’ ίσου τετράστερες…), να θυμίσω πως υπάρχουν μερικές που έπαιξαν πολύ στο σινεφίλ κοινό αλλά δεν είδα ακόμα (Children of Men, O Λαβύρινθος του Πάνα, Άσε το Κακό να Μπει, Amores Perros), κάποιες που θα βγουν στο 2010 (Shutter Island) και άλλες που φοβάμαι πως δυστυχώς παρέβλεψα και θα χτυπιέμαι τρυφερά μόλις το συνειδητοποιήσω. Όπως και να ‘χει 163 ταινίες από σχεδόν τέσσερα και πάνω σε δέκα χρόνια είναι κατάτι χειρότερο της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά ιδιαιτέρως ικανοποιητικό. Still love films, I guess…

Ιδού λοιπόν οι 63 ταινίες που ντρέπομαι που απέκλεισα – αλλά που αύριο μπορεί να εκτοπίσουν τις…αξιωματούχες:

L’ EMPLOIS DU TEMPS
THE GOOD THIEF
WEIGHT OF WATER
GOSFORD PARK
MIAMI VICE
ATONEMENT
THE MAJESTIC
THE STATEMENT
WONDER BOYS
THE WEATHER MAN
SESSION 9
VALKYRIE
THE LEGEND OF BAGGER VANCE
THE YARDS
BILLY ELLIOT
SWEENEY TODD
APPALOOSA
LOS LUNES AL SOL
THE READER
IN THE BEDROOM
DA VINCI CODE
THE CURIOUS CASE OF BENJAMIN BUTTON
THE VISITOR
SWIMMING POOL
THE GOLDEN BOWL
FACTOTUM
TETRO
BROKEN FLOWERS
SEABISCUIT
DE BATTRE MON COEUR S’ EST ARRETE
ALI
CITY BY THE SEA
HEART OF GOLD
UNITED 93
GRIZZLY MAN
SPACE COWBOYS
BURN AFTER READING
FLAGS OF OUR FATHERS
YOU CAN COUNT ON ME
HULK
THE PROPOSITION
RABBIT PROOF FENCE
LIVES OF OTHERS
MAR ADENTRO
THE MACHINIST

THE WOODSMAN
LES INVASIONS BARBARES
MOTORCYCLE DIARIES
LIONS FOR LAMBS
TOUCHING THE VOID
30 DAYS OF NIGHT
LAND OF THE DEAD
CASSANDRA’S DREAM
AMERICAN PSYCHO
A.I.
MUNICH
THE SQUID AND THE WHALE
BLOODY SUNDAY
RUSSIAN ARK
NO MAN’S LAND
O ΒΑΣΙΛΙΑΣ
CHANGELING
ONE HOUR PHOTO




Η.Δ.

Ανανέωση 1 - ελπίζω να μην υπάρξουν πολλές: Πρώτο σοκ, μπαίνοντας σε ιστοτόπους συνειδητοποιώ πως μέσα στο "ανθελληνικό" μου μένος παρέκαμψα τον Βασιλιά (2002) του Νίκου Γραμματικού. Υπό συνθήκες ανήκει και στην 100άδα, αλλά τώρα είναι αργά. Οπωσδήποτε όμως...

Ανανεώση 2 - ... δεν γινόταν αλλιώς...

Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009

GRAN TORINO (2008) - β' προβολή

Δεν θέλω να κουράσω κανέναν μιλώντας ξανά για ένα έργο που έχει περάσει απ’ τις σελίδες του 25th. Ίσως απλώς να φταίει που βλέποντάς το απόψε για δεύτερη φορά, γεννήθηκαν κάποιες σκέψεις αλλιώτικες από κείνες της πρώτης φοράς. Σκέψεις που με παρότρυναν να θέλω να μιλήσω με τον εαυτό μου «για μια ταινία» μ’ έναν τρόπο μακρυσμένο από κείνον που έχω πια αβασάνιστα συνηθίσει – και ίσως δεν με καλύπτει τελικά και τόσο. Τουλάχιστον όχι σε στιγμές σαν αυτήν. Και σκέφτηκα πως ίσως θα μου έκανε καλό – δεν ξέρω ακόμα, στο τέλος της αποψινής γραφής ίσως μάθω κάτι παραπάνω. Και το δημοσιεύω με την σκέψη πως ίσως κάποιοι από τους λιγοστούς που μοιράζονται μαζί μας την αγάπη για κείνα που μας κάνουν, πάλι ίσως, στοχαστικότερους κι ευγενέστερους ανθρώπους, κερδίσουν μιαν ακόμα εντύπωση, ένα ακόμα νόμισμα στο συναισθηματικό σκεπτικό τους.

Κι όλα τούτα για μια σκηνή, αυτή του τέλους. Όταν ο Walt μονομαχεί για να πεθάνει.
Είναι κυριολεκτικά δεκάδες εκείνα που με αφορούν στο σινεμά του Eastwood, στον τρόπο που γυρίζει, στον χαρακτήρα που υφαίνει σαράντα χρόνια τώρα στο πανί. Έναν χαρακτήρα που, δεν αμφιβάλλω, κι εκείνος θα ‘θελε να είναι. Κι επειδή δεν ήθελα, μιλώντας με τον εαυτό μου, να τα απαριθμήσω εκ νέου, προτίμησα να τα κάνω ένα. Και να τα φωτίσω αλλιώτικα στο φως του σκοταδιού της τελευταίας αυτής σκηνής.

Νοιάζεσαι μια ζωή και, ίσως κάποτε, παλεύεις ν’ αντιπροσωπεύσεις κάτι δίκαιο σ’ έναν κόσμο και, δυσκολότερα, μια ύπαρξη, που δεν ευνοεί. Σχεδόν τίποτα γύρω σου δεν ευνοεί. Κουβαλάς, όπως όλοι, το παρελθόν σου. Μ’ εκείνα που έκανες, μ’ εκείνα που δεν έκανες. Με κείνα, τα κακά, που «κανείς δεν σε διέταξε» να κάνεις. Και, χωρίς καμμιά αυτοκατηγορία, καμμιά μοιρολατρεία, καμμιά απόγνωση, προσπαθείς να βρεις τον τρόπο να τα ξορκίσεις, να βρεις μια κάποια λύτρωση, μια συγχώρεση. Και μια συνέχεια. Έστω κι αν γνωρίζεις, βαθιά μέσα σου, με την ακρίβεια, την πονετική ακρίβεια, πως ο κόσμος γύρω σου θα συνεχίσει να συνεχίζει σε μια απαρέγκλιτη πορεία που όλοι μας διαμορφώνουμε – αλλά κανείς ξεχωριστά. Και μια πορεία που πάντα στο «τέλος» θα ξέρεις πως σφραγίζεται απ’ την οδυνηρή ανωνυμία του υπευθύνου της, του υπευθύνου που άπιστα στοχάζεσαι δεν θα λογοδοτήσει ποτέ για κείνο που μένει άνευ χειροπιαστού νοήματος.
Κουβαλάς και το παρόν σου. Που δεν μπορεί να μένει ακοινώνητα αμέτοχο και συμβιβασμένα ασυμβίβαστο. Και λες πως θα πρέπει, όταν η συνείδηση και η περίσταση στο επιτάξουν, να «κάνεις αυτό που πρέπει», να σταθείς στο ύψος του δικαίου που λες πως θέλεις ν’ αντιπροσωπεύεις. Είναι η στιγμή που ο Walt θα αυτοπροταχθεί. Θα αγωνιστεί για κείνο που θεωρεί σωστό. Για τον φίλο του, για κάποιους καλούς ανθρώπους που δεν βλάπτουν κανέναν. Είναι ευγενής σκοπός αυτός στη ζωή σου. Να είσαι άνθρωπος που δεν κάνει κακό στον διπλανό του. Να μην μένεις αμέτοχος. Να είσαι άνθρωπος που κάνει καλό στον διπλανό του. Άλλωστε είναι ο μόνος που σου βρίσκεται. Ο μόνος απτός κι αληθινός, ο μόνος που συστήνει, έστω, την όμορφη πλευρά ενός αλλόκοτα α-νόητου περάσματος.

Αναρωτιέμαι όμως, σε τούτον τον, με τον τρόπο της, τον αυτογνωστικά απλό κι αφτιασίδωτο, αυτοεπικήδειο ταινίας. Αναρωτιέμαι. Μήπως κάπου εκεί στο σούρουπο της δύναμης και της αντοχής σου, όταν ξέρεις πως το τέλος είναι κοντά – κι ο Walt ξέρει πως η αρρώστεια επιταχύνει την δική του ώρα – βρίσκεις μια κάλλιστη αφορμή να υπάρξεις άξιος εκπρόσωπος της δικαιοσύνης, να λυτρωθείς από το βάρος, να κάνεις καλό στον διπλανό σου. Αλλά, ίσως, και να γλυτώσεις, τελικά, κάνοντας μια τελευταία προσευχή – φόβου κι ελπίδας – από το μαρτύριο μιας ύπαρξης που δεν μπόρεσες ν’ απαλλάξεις.



Πως το είπε ο Roger Waters: «…The song is over, thought I’d something more to say.”


Η.Δ.

Πέμπτη, 05 Νοεμβρίου 2009

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ (2009)

(Δεν ξέρω πόσο ενδιαφέρον θα είχε μια άποψη πάνω στην κατασκευαστική (κινηματογράφηση μαχών, εφφέ, ερμηνείες) πλευρά της Ψυχής. Έχω διαβάσει αρκετά εκθειαστικά, δεν βρίσκω ιδιαίτερα εποικοδομητικό να παραθέσω εδώ ελαφρώς αντίθετες εκτιμήσεις. Ας πω απλά πως είναι μια τυπικά καλογυρισμένη για τα ελληνικά δεδομένα ταινία.)

Δύο αναγκαίες αποσαφηνίσεις για να ξέρεις αν θα
διαφωνήσεις, από που προέρχονται τα παρακάτω:

α) Στην ζωή μου, σχεδόν πάντοτε, είχα πρόβλημα με τους (ακρο)δεξιούς γιατί ήταν ιδεολογικά βίαιοι και με τους (ακρο)αριστερούς γιατί ήταν βίαιοι με την ιδεολογία τους, και,

β) έχω το αμφίβολο προνόμιο να κατάγομαι από δύο χωριά της Πελοπο
ννήσου στα οποία ο «εθνικός» και ο «δημοκρατικός» στρατός – ή, σε κάθε περίπτωση, οπαδοί των δύο πλευρών – μου φανέρωσαν την εγγύτητα του ιδεολόγου με τον κοινό εγκληματία.

Μ’ αυτά δεν θα δικαιολογήσω την σαφή θέση μου πως ο ελληνικός εμφύλιος υ
πήρξε απόρροια της ιδεολογικής ποδηγέτησης και των δύο πλευρών. Θα την δικαιώσω.


Η Ελλάδα είχε ανέκαθεν την απαιδεψιά του μανιχεϊσμού των διλημμάτων της. Από την επανάσταση του ’21, στην μικρασιατική καταστροφή, από τους βασιλικούς και τους βενιζελικούς, στην Ένωση Κέντρου και την Ε.Ρ.Ε., από τον Καραμανλή και τα τανκς, στη Ν.Δ. και το Πα.Σο.Κ, από τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό, στον Νταλάρα και τον Πανούση, διλημματικός τελειωμός για τους δύσμοιρους οπαδονεοέλληνες δεν φαίνεται να υπάρχει. Θέλει ειδικό φλέγμα, μεσογειακό ταμπεραμέντο και απέραντη ανοησία για να κινείσαι ασταμάτητα και απνευστί ανάμεσα στο καλό και το κακό, στο δίκαιο και το άδικο, το σωστό και το λάθος. Και, στην περίπτωση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, που διεξήχθη υπό την υψηλή εποπτεία των προστάτιδων ευρωπαϊκών δυνάμεων, στο πατριωτικό και το αντιπατριωτικό αίσθημα.
Στον ελληνικό εμφύλιο (που ο Βούλγαρης κάνει το ατόπημα να θεωρεί «χειρότερο» πόλεμο – δεν είν’ έτσι, κάθε πόλεμος είναι το ίδιο κακός. Ειρωνικότερος της ανθρώπινης βλακείας, ίσως…) αμφότεροι θεωρούσαν εαυτούς «πατριώτες». Κι αντί να πουν όχι εκεί που ο καθένας τους έπρεπε – πράξη άρρητα επαναστατική και ανθρώπινα αδύνατη απ’ ότι φαίνεται… - επέλεγαν επί σχεδόν τέσσερα χρόνια να «ντουφεκάνε Έλληνας Έλληνα», που λέει κι ο Βέγγος στην ταινία. Στην πατρίδας το βαριόμοιρο όνομα βεβαίως…

Στον ελληνικό εμφύλιο συγκρούστηκαν η ιδεολογία της «λαοκρατίας» με την ιδεολογία της «ελεύθερης» Δύσεως. Είναι λάθος του Βούλγαρη που αποκαλύπτει μοναχά τους αντάρτες σαν υπερασπιστές ενός τρόπου ζωής εγκαταλείποντας τους «άλλους» σ’ έναν νεφελώδη, άσκοπο πόλεμο χωρίς κίνητρο. Ωστόσο, είναι σαφές πως η ιδεολογική καταβολή του (απ’ όπου και ο τίτλος που αναφέρεται στον χαιρετισμό των ανταρτών) δεν θα του επέτρεπε τέτοιον «εξωραϊσμό».
Ο «εθνικός» στρατός περιγράφεται περίπου όπως (σχεδόν) όλοι ξέρουμε τον κληρωτό στρατό από ιδία πείρα: Σαν μια υποχρεώση προς μια έννοια, αυτήν της πατρίδας, που δεν αντιλαμβανόμαστε στο συναισθηματικό και πρακτικό μέγεθος που θα χρειαζόταν ώστε να λειτουργούμε υποστηρικτικά προς έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής που αυτή σημασιοδοτεί. Συνάμα δε, ο σκηνοθέτης ξεχνά – και στις δύο πλευρές - να δείξει την συντροφικότητα του πολέμου. Πως δηλαδή ένας στρατιώτης πολεμά περισσότερο για τον διπλανό και για την ζωή του, παρά για μια ομιχλώδη έννοια ιδεολογίας.
Πίσω όμως στον εξωραϊσμό που δεν επιτρέπει ο κος Βούλγαρης στον «εθνικό» στρατό. Που, η αλήθεια να λέγεται, δεν στοιχίζει ιδιαίτερα στο φιλμ για δύο λόγους: Πρώτος λόγος είναι πως, για οποιονδήποτε που συμμερίζεται την αντιιδεολογική μου στάση τουλάχιστον, εκείνοι που αναζητούσαν συντρόφους στο Κρεμλίνο ενώ φορούσαν τ’ αμπέχονα στον Γράμμο θα ήταν εντελώς κωμικοί, αν δεν ήταν τόσο τραγικοί. Δεύτερος λόγος, και δραματουργικά σημαντικότερος, είναι πως ο Βούλγαρης έχει επιτύχει στην σύνθεση ενός τονικά μεγαλοπρεπούς και ισομερούς ουμανισμού στο πρώτο μέρος της Ψυχής. Ουμανισμού που εμποτίζει και το σαφώς πιο αδύναμο δεύτερο μέρος, όταν και η ανησυχία σου του πρώτου μισού για κενό σεναριακής κατευθυντικότητας αρχίζει να υλοποιείται. Ουμανισμού που, πρέπει να παραδεχθώ, αντικαθιστά και τον στοχασμό πάνω στην Ιστορία που μια ταινία έξι δεκαετίες μετά, ίσως οφείλει να κάνει. Ουμανισμού που εν τέλει απαντά στον κύριο όγκο επίκρισης της ελληνικής κριτικής που δεν κατάφερε να δει «πολιτική» στην ταινία του Βούλγαρη. Καταλαβαίνω τους μοναρχοφασίστες, τους συνασπισμίτες και τον Ριζοσπάστη που μηδένισαν μια ταινία που δεν τους είπε την ιστορία που ήθελαν ν’ ακούσουν. (Για την ακρίβεια την ιστορία που τους επεβλήθη από τους φασιστοδιαφωτιστές τους, αφού αυτοί ανάθεμα κι αν κράτησαν ποτέ τους «όπλο» για να υπερασπιστούν οτιδήποτε.) Ο Βούλγαρης, στα 69 του, μ’ ένα παρελθόν πλήρες ανθρωπιστικών αναπολήσεων, δικαιούται, αναμοχλεύοντας εκείνα που από πρώτο χέρι γνωρίζει και κυοφορεί δεκαετίες τώρα, να πολιτικολογήσει για την παραφροσύνη της χαμένης αγάπης στον διπλανό μας.
Είναι κι αυτό πολιτική, κύριοι…

Ηλίας Δημόπουλος

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Coppola in Athens

Υπό την σχετική επίρροια – όπως σε κάποια κείμενα αρμόζει να γράφονται…

Να λοιπόν που χρωστώ και μία δεύτερη χάρη στον (παλαιό μου προϊστάμενο) τον κο Μικελίδη του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Η πρώτη ήταν εκείνες οι Τρίτες του στο δεύτερο κρατικό κανάλι τα πρώτα χρόνια του ’80, που Θεέ μου πόσα γουέστερν πρέπει να είδα. Η αγάπη μου για το σινεμά πήρε μοναδική ώθηση τότε. Ευτυχώς του το έχω «επιδώσει».
Και τώρα τούτο…

Δεν ξέρω πόσοι από μας, ελπίζω να είμασταν κάμποσοι, συνειδητοποιήσαμε ποιον είδαμε απόψε. Ποιος μας εξιστόρησε, μας αφηγήθηκε και, όσο σχετικώς, αφέθηκε στο βλέμμα μας. Σημαντικών εξαιρουμένων, ο δημιουργός των Νονών και της Αποκάλυψης είναι για κάποιους από μας όχι απλά ένα κομμάτι της κινηματογραφικής μας ζωής, αλλά, «φοβάμαι», ελπίζω και περηφανεύομαι ένας παιδαγωγός. Που χωρίς να δίνει δεκάρα για τις συνέπειες, σ’ έναν δημιουργό δεν αρμόζει ο σχολαστικισμός, μετέφερε τις σκέψεις του υπέροχου μυαλού του και τους ψιθύρους της λυρικής ψυχής του («ποιο το νόημα μιας όπερας αν δεν είναι heartbreaking;», είπε σε κάποια στιγμή) πάνω στο πανί που διαλέξαμε να αφουγκραζόμαστε σαν το παραμύθι μιας αλλοτινής γιαγιάς.
Ήταν άρρητη τιμή μου να συμμετάσχω, για μια φορά που μου αναλόγησε, στην κουβέντα, τον ειρμό και την αύρα ενός ανθρώπου που με την ευρύνοια, τον ενθουσιασμό και τον υποστηρικτικό κορμό ενός ανυπέρβλητου έργου, με δασκάλεψε ν’ απολαμβάνω την σκέψη μου και ν’ αναλογίζομαι τις ηδονές μου. Και να συμμετάσχω όπως ακριβώς αισθάνομαι πως μου αναλογεί: Σε σεμνή ανωνυμία και αδιάκριτη ηδονοβλεψία ενός 70χρονου 20άρη που με παραδειγμάτισε ξανά (το έχει κάνει ήδη βροντερά με τις δύο τελευταίες ταινίες του) για το πως θέλω να είμαι μέσα μου θυμίζοντάς μου πατρικά πόσο όμορφο είναι αυτό που διαρκεί τόσο λίγο.

Κε Κόπολα, ευχαριστώ από βάθους.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

THE NIGHT OF THE IGUANA (1964)

Με την Νύχτα της Ιγκουάνα, ο Huston εκπληρώνει για μια ακόμα φορά ένα μεγάλο του όνειρο σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος: Το ταξίδι και την περιπέτεια, με την υπαγωγή της Ερμηνείας στην επίδραση ενός επισφαλούς φυσικού περιβάλλοντος. Όπως λέει και η Sue Lyon κάποια στιγμή στην αρχή: «Αν θέλουν τις ανέσεις του σπιτιού τους, ας κάτσουν σπίτι τους». Ταξιδεύοντας μάλιστα το λαμπερό του καστ στο αγαπημένο του Μεξικό, και μάλιστα σε σχεδόν απρόσβατα σημεία του (το Πουέρτο Βαγιάρτα και το, μοναχά από θαλάσσης προσβάσιμο τότε, χωριό Μισμαλόγια στο Τζαλίσκο) θέτει ολοφάνερα κανόνες «Βασίλισσας της Αφρικής» στους ηθοποιούς του. (Η αλήθεια είναι πως το όλο σκηνικό θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί σε τσίρκο, με μυριάδες παπαράτσι ν’ ακολουθούν την κα Taylor, που, στην προσπάθειά της να βεβαιωθεί πως ο μεγάλος της έρωτας δεν θα σαλιαρίζει με την ξελογιάστρα Gardner, αποφάσισε να γίνει η σκιά του Burton στα γυρίσματα. Η λεπτή ισορροπία και το εκπληκτικό της τήρησης του χρονοδιαγράμματος των γυρισμάτων πρέπει να αποδoθεί στον σκηνοθέτη).

Η Νύχτα της Ιγκουάνα είναι το τελευταίο μεγάλο καλλιτεχνικά και εμπορικά θεατρικό έργο του Tennessee Williams. Με κράτημα την ιστορία ενός καθαιρεμένου ιερέα που ποδηγετείται από τα ένστικτά του, το χάσιμο της πίστης αλλά και την αντίφαση του βαθιά πιστού που εννοεί πως η πιο μεγάλη αμαρτία που μας ταλανίζει είναι «η απανθρωπιά των ανθρώπων προς τον Θεό», ο δραματουργός στήνει τον αγαπημένο του θίασο περιθωριακών, εξαίσια ρομαντικών, που ενώ διψούν για ζωή, αδυνατούν να τιθασεύσουν την αυτοκαταστροφική τους πλευρά. Η λύτρωση, εκτιμά ο για μια σπάνια φορά εδώ αισιόδοξος, Williams, είναι η συνάντηση μας με τον Άλλον.

Για τον φροϋδιστή/υπαρξιστή Huston τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα – τουλάχιστον στις διατυπώσεις του έργου. Περιορίζοντας την χριστιανική νεύρωση του Williams και μεταθέτοντας την εσωτερική δράση σε ένα επίπεδο παθών κι ενστίκτων (όχι λιγότερο επίπλαστων από αυτά που τροφοδοτεί η θεσμοθετημένη θρησκεία), ο Huston τοποθετεί το πρωταγωνιστικό τρίγωνο στο μέσο ενός κύκλου χορευτών που ο καθένας τους εξασκεί την δική του επιρροή τόσο στο τρίγωνο, όσο και στην εγγεγραμμένη οπτική των δημιουργών.
Δίπλα στον τυραννισμένο ιερέα – σε μια εκπληκτική σκηνή, που συνέγραψε ο ίδιος ο Williams στα γυρίσματα, θα τον δούμε να περπατά εμπύρετος αγωνίας πάνω σε σπασμένα γυαλιά – κινείται η νυμφομανής ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου (μια εντυπωσιακή Gardner που γνωρίζει «την διαφορά του να μοιράζεσαι ένα κρεβάτι με το ν’ αγαπάς») και η παρθένα σκιτσογράφος που φυτοζωεί αξιοπρεπώς. Δυο γυναίκες που χαρακτηρίζουν τις δυο πλευρές του ιερέα, που ψάχνουν κι εκείνες να βρουν την εσωτερική λαβή για να καταλάβουν, ν’ απαντήσουν στο δίλημμα ύλη/πνεύμα, να δικαιολογήσουν και να δικαιώσουν μια ύπαρξη. Τριγύρω ένας υπέργηρος ποιητής που ψελλίζει καθ’ όλη την διάρκεια του έργου ένα ημιτελές ποίημα εκκολαπτόμενου βάρους, μια λεσβία δασκάλα φωνητικής (μια από τις πιο ανοιχτές, υστερικές δημιουργίες του συγγραφέα, ημερώνεται κάπως στο χέρια του εστιασμένου Huston που θα καταπιάνονταν με αυτήν την παράμετρο τρία χρόνια αργότερα), ένα σαρωτικά ερωτομανές νυμφίδιο που δικαιώνει με το παραπάνω το ολίσθημα του ιερέα και δύο ιθαγενείς-ερωτικά βοηθήματα της ιδιοκτήτριας.

Η μεγάλη διαφορά είναι στην τονικότητα που βρίσκει ο Χιούστον, μια τονικότητα σαρκαστικού μπρίου κι οδυνηρής ειρωνείας καθώς και μια κατάργηση της τυπικής νοσταλγικής συνιστώσας του συγγραφέα. Το ηλιόλουστο φυσικό περιβάλλον και η φωτεινά αντιθετική νύχτα του τίτλου, φωτογραφίζονται με ενέργεια και ζωντανεμένο βάθος πεδίόυ από τον μεγάλο διευθυντή φωτογραφίας Gabriel Figueroa (που ήταν πίσω κι απ’ το αξιοπρόσεκτα συγγενικό Nazarin του Bunuel τέσσερα χρόνια πριν), προσθέτοντας κάτι που ο Huston χρειάζεται ανεξαιρέτως στο έργο του: Την αφύπνιση της ατομικής συνείδησης προς όφελος μια συλλογικής εξέλιξης, τον εντοπισμό και την αποδοχή του ενστίκτου της «ανθρωπινότητας» (sic) μέσα μας, τον θρίαμβο της ύπαρξης πάνω στην επιβεβλημένη ηθική. Θρίαμβο, που, συχνότατα στο χιουστονικό σύμπαν, ισοδυναμεί με ταυτόχρονη ηθική αποτυχία. Την οποία, ο γνήσιος ρομαντικός Huston, περιφρονεί σε όφελος του να έχεις υπάρξει…

H ιγκουάνα του τίτλου δε, πανταχού παρούσα σαν σε ταινία ενός ετεροχρονισμένου Herzog, φαινομενικά επικίνδυνη, στην πραγματικότητα άκακη, διαρκώς κυνηγημένη αφού εύγευστη, συνεχώς δεμένη με σχοινί στο ξενοδοχείο έως ότου την ελευθερώσει ο ιερέας, μοιάζει με μεταφορά του μαρτυρίου της ανθρώπινης υπόστασης: Πάσχουσα και (αυτο)διωκώμενη, χωρίς να φταίει για την μορφή που ο Θεός της έδωσε, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, φυλακίζεται και κατατροπώνεται μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσουμε κάποτε εμείς, όταν «παίζουμε τον Θεό» που λέει κι ο συγγραφέας, πως σε τελική ανάλυση, η κακομοίρα δεν μπορεί να πάει και πουθενά, δεν μπορεί να γλυτώσει απ’ την φυλακή της ύπαρξής της…

Ο συνήθως μέτριος κινηματογραφικά – και ομολογώ συστολή για την γνώμη μου –Burton είναι βασικό αρωγός των θεματικών μοτίβων του Huston, παρά τα περιστασιακά του θεατρικά ξεσπάσματα που, άλλωστε, παραδέχοταν κι ο ίδιος. Ειδικά από την στιγμή που μεθά και μετά, βρίσκεται στο ιχνηλατημένο (τοξικό) του στοιχείο (ένας από τους πέντε μεγάλους Βρετανούς μέθυσους, μαζί με τους Harris, O’ Toole, Reed και Finney – τον τελευταίον ο σκηνοθέτης θα τον συναντούσε στο αριστουργηματικό Κάτω από το Ηφαίστειο είκοσι χρόνια μετά), πιθανότατα όντας πράγματι πιωμένος, αποκτώντας ένα θαυμάσιο μέτρο σε κάθε του χειρονομία κι έκφραση. Η Deborah Kerr αποπνέει μια σεβάσμια ειλικρίνεια που απαιτεί το ηθικό κέντρο βάρους του φιλμ, η 18χρονη Sue Lyon παραμένει η ε(ρε)θιστική Λολίτα που θυμάστε από την ταινία του Kubrick, αλλά την παράσταση κλέβει η ανασφαλέστερη όλων Gardner, που έχοντας κάμποσα ν’ αποδείξει, συστήνει ένα πλάσμα ερωτικό, φιλήδονο, δυναμικό και εύθρυπτο συνάμα που συγκινεί απροειδοποίητα και σεισμικά.

Ηλίας Δημόπουλος

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

TAKING WOODSTOCK (2009)

Ένα από το πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που συναντά κανείς μη κάνοντας τίποτ’ άλλο απ’ το να παρακολουθεί ταινίες είναι ο εσωτερικός διάλογος μεταξύ των ταινιών ενός auteur, ενός δημιουργού δηλαδή που αρνείται να επιτρέψει στον επαγγελματισμό να εξομαλύνει το έργο του από μικρές, προσωπικές ιδιοσυγκρασιακές δονήσεις. Είναι αυτές ακριβώς οι δονήσεις που επιτρέπουν στον θεατή που δεν είναι απορροφημένος με τον εαυτό του, να συμπεράνει και να συνδέσει στοιχεία μιας ολόκληρης φιλοσοφίας πίσω απ’ την ματιά ενός σκηνοθέτη. Κι έτσι, τίποτα λιγότερο, να συνομιλήσει μ’ έναν άνθρωπο που, αισθάνεσαι, πως κι εκείνος με την σειρά του αυτήν ακριβώς την συνομιλία γυρεύει. Κάπου εκεί μπορεί, ενδεχομένως, να χωρέσει και η σημασία μιας κριτικής.

Ο Ang Lee δεν είναι μόνο ένας από τους πέντε δέκα μοναδικής σημασίας σκηνοθέτες των τελευταίων δέκα χρόνων, είναι κι ένας από αυτούς ακριβώς τους δημιουργούς. Βασικό του μοτίβο, το παράπλευρο. Εκείνο που συμβαίνει στο περιθώριο, πίσω απ’ την κουρτίνα του θεάτρου της ιστορίας. Στην Παγοθύελλα μια αγέλη μητεροπατεράδων εξασκούν την αστική τους ραστώνη σε βάρος των απογόνων τους, απορροφώντας όλη την ενέργεια των παιδιών τους, μετατρεπόμενοι σε ομαδοποιημένες μαύρες τρύπες υπαρξιακού χαρακτήρα. Την ώρα του μαινόμενου Βιετνάμ, στο περιθώριο της μεγάλης αμερικανικής πτωματοκατάστασης, αυτοί σφραγίζουν το εισιτήριο της νεοσυντηρητικής λαίλαπας των επόμενων πολιτικών χρόνων του Νέου κόσμου. Στο σχηματικό Brokeback Mountain, την πιο εξωστρεφώς (αν μπορείς βέβαια ποτέ να κατηγορήσεις τον Lee για εξωστρέφεια) συγκινητική στιγμή του, στο περιθώριο μιας συντηρητικής κοινωνίας, δυο άνθρωποι γνωρίζουν τις μοναδικές στιγμές αρμονίας που θα τους αναλογήσουν για μια ολόκληρη ζωή. Στο αξεπέραστο Se Jie, ένας μεγάλος, μονόπλευρος έρωτας, θα εκδηλωθεί στο περιθώριο ιστορικών γεγονότων που αλλάζουν την ζωή της χώρας, θα «σώσει» τον ανάξιο, θα εξηγήσει γιατί οι ρομαντικοί αγωνιστές πάντα θα υπολείπονται, νικητές, των υλιστών καθεστωτικών. Ακόμα και ο Hulk είναι ένας περιθωριακός super hero, ποτέ του δεν κόλλησε με τους Avengers κι ας θέλει τώρα το Hollywood σιγά σιγά να τον φέρει στα…μέτρα του.
Το Taking Woodstock, μ’ έναν εξαίρετο offbeat χτύπο που μόνο ένας μάστορας μπορεί να πετύχει, ανασαίνει ακριβώς στο ίδιο μοτίβο και, μάλιστα πιο χτυπητά απ’ τα προαναφερθέντα. Επιδεικνύοντας αυτήν την υπέρμετρα διεισδυτική γνώση της αμερικανικής κουλτούρας (γεγονός που πρέπει να αποδοθεί στο μόνιμο σεναρίστα του Lee, James Schamus), γνώση που δεν έχει ούτε ο Van Sant, ούτε ο Stone και αντίστοιχή της συναντάς ίσως μόνο στο…παράταιρο σινεμά του Jarmusch, το Taking Woodstock είναι μια ταινία για το θρυλικό φεστιβάλ… χωρίς το φεστιβάλ: Ούτε την μουσική του (παρά σαν ελάχιστο απόηχο) θ’ ακούσεις, ούτε την όψη του (παρά σαν μακρινή ζωγραφιά) θα δεις…!
Αντίθετα – ή, μήπως έπρεπε να πω συμπληρωματικά – ο Lee περπατάει, κατά το γνώριμό του, πίσω από τον λόφο του φεστιβάλ, φωτογραφίζει όλον τον συντηρητικό συρφετό (άλλη αγαπημένη του συνήθεια) και δημιουργεί ένα side show με φρικιά, εβραιομάνες που τα κάνουνε μασούρι, τραβεστί, θιάσους ολογύμνων που ουρλιάζουν αντιφασιστικά συνθήματα σε υποτιθέμενες διασκευές των Τριών Αδελφών του Τσέχοφ, (απαραίτητων) gay γλωσσόφιλων και υποκριτικών αγροτοπατέρων, προκειμένου στη βάση της πυραμίδας να βάλει έναν γιο (έναν Elijah Wood που επέζησε της Παγοθύελλας;) που σπαταλά την ζωή του για αγνώμονες γονείς που κοιτάνε την πάρτη τους και σταδιακά συνειδητοποιεί πως η ζωή που τον προσπερνά χρειάζεται επιτάχυνση για να συλληφθεί. Κι αυτή η επιτάχυνση δεν μπορεί να είναι άλλη από την κατανόηση του πονετικούν μεν, πραγματικού δε, γεγονότος πως οι γονείς πρέπει να περάσουν έναν εθιμικό θάνατο, πρέπει διαδικασιακά να εξαιρεθούν (κι αυτό δεν σημαίνει επ’ ουδενί θανάτωση του συναισθήματος), αν η νέα γενιά θέλει να προχωρήσει.
Δεν είναι τυχαία η γλυκόπικρη διάθεση που καταλαμβάνει το δεύτερο μισό του φιλμ, όταν το υπέροχο matte painting ενός μακρινού woodstock stage απηχεί μια ροκ μουσική, ενώ σε πρώτο πλάνο ένα τριπάκι γίνεται αφορμή για το πρώτο «ταξίδι» του ήρωα. Μια επανάσταση συντελείται κάπου εκεί έξω, αλλά της είναι γραφτό να εκπνεύσει μαζί με όλο το φευγαλέο τριήμερο παραμύθι της. Το Woodstock ήταν τρεις μέρες ειρήνης, μουσικής κι ελευθερίας, τα υπόλοιπα είναι ο αστικός θρύλος μιας αποτυχημένης γενιάς. Εκείνο που μπορεί να έχει σημασία είναι η ατομική συντελεσμένη εσωτερική απελευθέρωση που θα κρατήσει παραπάνω από τρεις μέρες. Ο Lee ξέρει να ιεραρχεί μακριά από επιπόλαια βλέμματα και να προτείνει, για μια ακόμα φορά, έναν πραγματικά ελεύθερο τρόπο να τα βγάλεις πέρα.

Ηλίας Δημόπουλος