Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

LE GENOU DE CLAIRE (1970)

Λίγες μέρες πριν το γάμο του στη Σουηδία όπου και διαμένει μόνιμα πλέον, ο Ζερόμ επιστρέφει στη Γαλλία για να πουλήσει το σπίτι του. Εκεί συναντάει την παλιά του φίλη Ορόρα και καταλήγει να περνάει τρεις βδομάδες μαζί της, παρέα με τη γειτόνισσά τους και τις δυο κόρες της.
Το «Γόνατο της Κλαίρης» είναι ο πέμπτος κατά σειρά «Μύθος περί Ηθικής» του Γάλλου σεναριογράφου και σκηνοθέτη και εμπεριέχει όλα τα στοιχεία εκείνα που εδραιώθηκαν με το «Μια Νύχτα με τη Μοντ». Η άποψη του Ρομέρ ότι στον κινηματογράφο ως μέσο έκφρασης, ο λόγος είναι ισότιμος με την εικόνα, διανθίζει το φιλμ με μια σειρά απολαυστικών διαλόγων που, όπως και στη Μοντ, εκφέρονται από ήρωες που περισσότερο πρέπει να νοηθούν ως σύμβολα, παρά σαν πραγματικοί άνθρωποι.
Ο Ζερόμ και η Ορόρα, λοιπόν, γίνονται οι δύο πόλοι γύρω από τους οποίους ξεδιπλώνεται η «ίντριγκα», αλλά και οι προβληματισμοί του ανθρώπου και του καλλιτέχνη Ρομέρ.
Πρώτος πόλος ο αρσενικός, ο Ζερόμ, και ο Ρομέρ αρπάζει την ευκαιρία να συλλογιστεί πάνω στην κρίση της μέσης ηλικίας. Ο ήρωάς του είναι ένας τυπικός τριανταπεντάρης που η κοινωνία μας θα χαρακτήριζε χωρίς δισταγμό επιτυχημένο. Πίσω όμως από μία υπερηφάνεια πλασματική, κρύβεται ένας ευαίσθητος και εύθραυστος άντρας. Διαλαλεί τον επικείμενο γάμο του και μιλάει συνέχεια για την μέλλουσα γυναίκα του, όχι από έρωτα, αλλά προκειμένου να προβάλλει την επιτυχημένη πλευρά του εαυτού του. Για να κρύψει την άλλη, εκείνη που θα έδειχνε ξεκάθαρα ότι ακόμα είναι ένα αγόρι που δυσκολεύεται να ξεκαθαρίσει το συναισθηματικό του κόσμο, να πάρει αποφάσεις και να τις υποστηρίξει με τις πράξεις του. Είναι θέμα χρόνου όμως το πότε θα έρθει στο φως ο πραγματικός μας εαυτός. Έτσι, ο Ζερόμ όχι μόνο θα συμμετάσχει στο ερωτικό παιχνίδι με τις δύο όμορφες κοπέλες, τη Λόρα και την Κλαιρ, αλλά και σε μια καίρια στιγμή, στη σκηνή του χορού κάπου στο μέσο της ταινίας, θα αποκαλύψει άθελά του αυτήν την ευάλωτη πλευρά του. Αλλά τη στιγμή που θα γκρεμιστεί η σιγουριά του για την επιτυχία του με τη Λόρα, μαζί και η αυτοπεποίθησή του, δε θα αναζητήσει τη λύτρωση πίσω στον αυτοπεριορισμό. Απλώς θα αλλάξει στόχο και θα διεκδικήσει την μεγαλύτερη αδελφή της Λόρα, την Κλαιρ η οποία, όντας δεσμευμένη, αποτελεί αφ' ενός ασφαλέστερο στόχο (σε περίπτωση ατολμίας ή αποτυχίας), αφ' ετέρου δίνει την αφορμή στο Ρομέρ να τονίσει τη φύση του άντρα ως κυνηγού.


Και αν ο Ζερόμ εκφράζει τον άνθρωπο – Ρομέρ και το σχόλιό του για την πάντα απρόβλεπτη χημεία μεταξύ των δύο φύλων (ακόμα και όταν τα πιόνια είναι στημένα, όπως εδώ), η Ορόρα καθρεφτίζει τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του σημαντικού αυτού Γάλλου δημιουργού. Η ηρωίδα του είναι συγγραφέας, δηλαδή θέσει δημιουργός. Και κάθε δημιουργός αναλαμβάνει το ρόλο του Θεού, τουλάχιστον απέναντι στα δημιουργήματά του. Θα μπορούσαν όλοι οι χαρακτήρες του φιλμ να βρίσκονται στο μυαλό της και όλα τα γεγονότα να είναι επινοήσεις της φαντασίας της. Το ότι έχουν σάρκα και οστά και εκδηλώνονται στον εξωτερικό κόσμο, απλά τη διευκολύνει στο έργο της και συμβάλλει στην ηδονή της. Ταυτιζόμενος με την Ορόρα, ο Ρομέρ θέτει το ζήτημα της ηθικής στην μυθοπλασία. Οι ήρωες (κινηματογραφικοί ή λογοτεχνικοί) είναι άβουλα εργαλεία στο έλεος του εκάστοτε δημιουργού ή μήπως από τη στιγμή που θα γεννηθούν, αποκτούν δική τους ζωή, μαζί με το δικαίωμα να καθορίζουν την μοίρα τους, να αισθάνονται, να γελάνε, να κλαίνε; Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση της Ορόρα σε μια από τις διηγήσεις του Ζερόμ σχετικά με την Κλαιρ. «Τι σε νοιάζει τι σκεφτόταν;». Μήπως λοιπόν και στη δική μας ζωή, στους ερωτικούς μπελάδες που μπλέκουμε και στις αισθηματικές μας περιπέτειες, είμαστε «δημιουργήματα», απλά πιόνια κάποιου Δημιουργού;
Ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ταινία του Ρομέρ, οι ακατάπαυστοι διάλογοι έχουν μία άνετη ροή, υποβοηθούμενη από την πανέμορφη φωτογραφία του Νέστορ Αλμέντρος, που καταφέρνει πραγματικά να κάνει τις μυρωδιές της γαλλικής υπαίθρου να ξεπετάγονται από την οθόνη. Άλλωστε, εξόχως ειρωνικά, ο Ρομέρ υπονομεύει τις φορμαλιστικές θεωρίες που υπηρέτησε σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του. Μπορεί και εδώ ο λόγος να είναι η αφετηρία και η ιστορία να κινείται μέσω των διαλόγων, ωστόσο μία εικόνα είναι αυτή που σημαδεύει το φιλμ και «αναγκάζει» το σκηνοθέτη του να την αναγάγει σε κεντρικό τίτλο. Το γόνατο της Κλαίρης, γυμνό, ως το αντικείμενο του πόθου για τον Ζερόμ, με αποκορύφωμα την μνημειωδώς σιωπηλή σκηνή, όπου έρχεται μία ανάσα μακριά του. Λίγο πριν τολμήσει το μεγάλο βήμα. Εκεί όπου μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις.

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

AVATAR (2009) - Α.Π.


Στο Dances with Wolves (1990) o υπολοχαγός του αμερικανικού στρατού John Dunbar (Kevin Costner) εισέρχεται στην κοινωνία μιας φυλής Ινδιάνων, δένεται μαζί τους και καταλήγει να αναθεωρεί αντιλήψεις και ιδεολογίες μιας ζωής. Στο The Last Samurai (2003) ο λοχαγός Nathan Algren του Tom Cruise, αιχμάλωτος στα χέρια των σαμουράι, αναπτύσσει δεσμούς μαζί τους και τελικά αποφασίζει να πολεμήσει στο πλευρό τους. Στο Avatar (2009) ο πεζοναύτης Jake Sully συμμετέχει σε μια επικίνδυνη αποστολή ως μυστικός πράκτορας ανάμεσα στους εχθρούς (οι γηγενείς του πλανήτη Πανδώρα με την ονομασία Νάαβι), αλλά στην τελική μάχη τάσσεται μαζί τους. Η συνταγή λοιπόν είναι γνωστή και επαναλαμβανόμενη – μπορεί να αλλάζει ο …βαθμός του ήρωα στον αμερικανικό στρατό, αλλά παραμένει σταθερή η (πάντα ευπρόσδεκτη) ρομαντική περιπέτειά του με μια θηλυκή εκπρόσωπο του άγνωστου εχθρού. Ο κινηματογράφος, όντας η λαϊκότερη των τεχνών, προσφέρει για μία ακόμα φορά τον εαυτό του ως το ιδανικό όχημα για να ζητήσουν και να λάβουν οι δυνατοί του κόσμου συγχωροχάρτι για τα ανά τους αιώνας αμαρτήματά τους. Εισιτήρια, βραβεία και μία ανώδυνη 3D απόλαυση – τα χέρια νίφτηκαν.
Τα παραπάνω ίσως και να μην ήταν τόσο ενοχλητικά – άλλωστε η τακτική αυτή δεν αποτελεί είδηση, ούτε αφορά μόνο συγκεκριμένη υπερδύναμη μέσα στα χρόνια – αν δεν συνοδεύονταν με μία ενοχλητική επίφαση αντι-ιμπεριαλισμού στο σενάριο. Βέβαια, ο άκρατος μανιχαϊσμός της ταινίας θέλει πίσω από την οργάνωση της επίθεσης κατά των Νάαβι να βρίσκεται ένας αδίστακτος και απάνθρωπος καπιταλιστής (Parker Selfridge) και ένας φασίστας συνταγματάρχης (Miles Quaritch), δύο χαρακτήρες – καρικατούρες που επινοήθηκαν απλά για να τους μισήσουμε. Εγείρεται, λοιπόν, το εξής καίριο ερώτημα: η επίθεση θα ήταν μήπως λιγότερο κατακριτέα αν οδηγούνταν από δύο ανθρώπινους και όχι στερεοτυπικά «κακούς» χαρακτήρες; Ασφαλώς και πρόκειται απλώς για ένα blockbuster προορισμένο για μαζική κατανάλωση και εξορισμού αναγκασμένο να κινηθεί σε ένα ξεκάθαρο δίπολο καλού – κακού. Ωστόσο, πριν κάποιος επιδοκιμάσει το τελευταίο πόνημα του Cameron για αντιαμερικανικό πνεύμα, θα ήταν ίσως απαραίτητο να εξετάσει τα όσα κρύβονται πίσω από την μυθοποίηση της τελικής νίκης των Νάαβι. Οι τελευταίοι επικρατούν επειδή πίστεψαν στη δύναμη του …δικαίου και των θεών στους οποίους προσεύχονται. Όμως, οι πραγματικοί πόλεμοι κρίνονται αλλού (ένα Βιετνάμ στα εκατό χρόνια, και πολύ είναι) και, κυρίως, γεννιούνται από άλλα αίτια.
Γεγονός παραμένει όμως ότι το Avatar αποτελεί ένα φιλμ – φαινόμενο, όπως ακριβώς εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται δικαίως και η προηγούμενη ταινία μυθοπλασίας του James Cameron (Titanic). Πέραν του όποιου διαφημιστικού τρικ, θα ήταν μεγάλο σφάλμα να παραβλέψουμε την μοναδική ικανότητα του Καναδού σκηνοθέτη να μιλάει στο ευρύ κοινό ενώ παράλληλα πειραματίζεται με την γλώσσα του σινεμά μέσω των οπτικών εφέ. Ο διάλογος κινηματογράφου – τεχνολογίας είναι πάντα ανοιχτός και οι ταινίες του Cameron (από το πρώτο Terminator μέχρι το σημερινό Avatar) αποτελούν σημεία αναφοράς για τα όσα μπορούμε να περιμένουμε ακόμα (ευτυχώς ή δυστυχώς). Είναι όμως κρίμα κάποια κομμάτια της ταινίας να βρίσκονται τόσο μπροστά από την εποχή τους (τα τρισδιάστατα εφέ είναι τουλάχιστον εντυπωσιακά), ενώ άλλα βασικά να μοιάζουν ενοχλητικά υποανάπτυκτα (η αφελής σεναριακή αντιμετώπιση του ενδιαφέροντος θέματος της σύγκρουσης πολιτισμών μοιάζει ηλίθια αν τη συγκρίνουμε, για παράδειγμα, με τα Thin Red Line και The New World του Malick).Α.Π.

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

THE LIMITS OF CONTROL (2009)

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που από την αρχή της καριέρας του έχρισαν τον Jarmusch μαθητή και διάδοχο του Wenders. Αμφότεροι υιοθέτησαν τη φόρμα του road trip ουκ ολίγες φορές για να αφήσουν το πολιτισμικό τους σχόλιο, και ειδικότερα την μελαγχολική διαπίστωση για τον Αμερικανό που μην έχοντας ούτε Ιστορία ούτε πατρίδα, είναι αναγκασμένος να ζει σε διαρκή κίνηση – ο δρόμος είναι το σπίτι του. Δεν είναι εύκολο κάποιος να διαφωνήσει με την παραπάνω σύγκριση και, παρά τις προφανείς ιδιαιτερότητες του κάθε σκηνοθέτη, οι ομοιότητες μοιάζουν να μη σταματούν εδώ. Κανείς δεν πίστευε το 1984 (χρονιά που κυκλοφόρησε το Παρίσι, Τέξας) ότι ο Wenders θα μπορούσε να δώσει έστω και μια μέτρια ταινία. Το ίδιο ισχύει (ή ίσχυε;;;) και για τον Jarmusch εν έτη 2009, αφού εδώ και παραπάνω από 25 χρόνια παρουσιάζει μια φιλμογραφία σταθερά ποιοτική, χωρίς σκαμπανεβάσματα. Όπως όμως για τον Γερμανό δημιουργό έφτασε η στιγμή που δεν άντεξε κάτω από την πίεση της αναζήτησης θέματος και κατέληξε να αυτοεγκλωβίζεται σε χαοτικές δημιουργίες, έτσι λοιπόν φτάσαμε και σήμερα στο The Limits of Control.
Τραβώντας την ελλειπτικότητα και τον μινιμαλισμό της γραφής του (στοιχεία που τον ξεχωρίζουν από τον μέντορά του) στα άκρα, το καινούριο φιλμ του Jarmusch μοιάζει ανοιχτό σε οποιαδήποτε ερμηνεία. Σαν το λευκό πίνακα στο φινάλε, ο κάθε θεατής μπορεί να φύγει από τη σκοτεινή αίθουσα έχοντας τη δική του άποψη όχι μόνο για το «τι ήθελε να πει ο ποιητής», αλλά ακόμα και αναφορικά με μια στοιχειώδη περίληψη του θέματος. Υπάρχει ένα πολιτικό σχόλιο στην ιστορία του μοναχικού άντρα που παίρνει τρένα και αεροπλάνα για να δολοφονήσει έναν μεγάλο παράγοντα του καπιταλισμού, μαζί και η προφανής αναλογία του καλλιτέχνη – σκηνοθέτη που επιθυμεί διακαώς να δημιουργήσει αλλά αδυνατεί φυλακισμένος καθώς είναι από το Κεφάλαιο και τον έλεγχο (control) που αυτό επιβάλλει. Κάτι δηλαδή σαν έναν μετρημένο Hartley - άλλωστε ο Jarmusch είναι ο κατεξοχήν Αμερικανός δημιουργός που περιφρονεί τις συμβάσεις του κινηματογράφου της χώρας του και ο ευτελής πλέον όρος ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά ταιριάζει σχεδόν αποκλειστικά σε αυτόν και τον Κασσαβέτη. Οι παραπάνω όμως θέσεις ωχριούν μπροστά σε μία διαπίστωση που γεννιέται κυρίως μέσα από την αισθητική του φιλμ: το The Limits of Control είναι μία ταινία για την απελπισία και τον θάνατο.
Πλέον δε φαίνονται καθόλου τυχαία αυτά τα τέσσερα χρόνια σιωπής που μεσολάβησαν από την κυκλοφορία του Broken Flowers. Ο Jarmusch δίνει την εντύπωση ότι αγωνίστηκε με τον μηδενισμό που ήρθε να τον καταβάλλει, αυτόν και την έμπνευσή του. Η εναγώνια απουσία θέματος έφερε τον Αμερικανό δημιουργό ενώπιον ενός αδιεξόδου που δεν ήταν ίσως προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει. Και αν αυτό από μόνο του είναι ικανό να κινήσει το ενδιαφέρον μας, το πώς το χειρίστηκε ο Jarmusch είναι τελικώς αξιοθαύμαστο: απλά κοίταξε στον καθρέφτη («Sometimes for me, the reflection is far more present than the thing being reflected», θα πει ο ήρωας του Bernal).
Το The Limits of Control είναι μια αναζήτηση πάνω σε όλο το προηγούμενο έργο του σκηνοθέτη του. Οι ομοιότητες του Isaac de Bancholé με τον Ghost Dog του Forrest Whitaker είναι έκδηλες, ενώ τα σκετσάκια με τους χαρακτήρες που συναντά θυμίζουν τα Night on Earth και Broken Flowers. Φυσικά, υπάρχει και η αποδόμηση της ιδέας πίσω από το Coffee & Cigarettes, καθώς και εδώ κάθε συνάντηση γίνεται πάνω από δύο κούπες καφέ, αλλά αντί για απολαυστικούς διαλόγους, έχουμε αποκλειστικά μονολόγους που προσκρούουν πάνω στη σιωπή του κεντρικού ήρωα. Η τελευταία πρέπει να νοηθεί ως απουσία, ως παραίτηση και, εν τέλει, ως θάνατος. Η σιωπή του Bancholé δεν έχει τίποτα κοινό με την cool ραθυμία των χαρακτήρων στο Stranger than Paradise ή στο Down by Law. Δεν σιωπά από άποψη, δεν έχει σκοπό να προσελκύσει με ένα επιτηδευμένο attitude. Αντίθετα, προσπαθεί να είναι α-μέτοχος, ένας πίνακας λευκός που πάνω του θα ζωγραφίσουμε τις σκέψεις μας και τις αναμνήσεις μας. Και τι περιμένει ο ίδιος ο Jarmusch να σκεφτούμε; Μα φυσικά τις προηγούμενες ταινίες του.
«I believe that musical instruments resonate musically even when they’re not being played. They have a memory. Every note that’s ever been played on them is still inside of them». Τα λόγια του βιολιστή θα μπορούσαν να αφορούν το σινεμά και, ειδικότερα, το The Limits of Control. Ακραία αφαιρετικό, το φιλμ αφήνει μονάχα υπόνοιες παλαιότερων δημιουργημάτων του σκηνοθέτη και αντηχεί κάτι γνώριμο μέσα από το διάλογο που ανοίγει με τον θεατή και το μνημονικό του. Μια τέτοια ερμηνεία φυσικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατηγορίες περί ναρκισσισμού και εγωπάθειας ενός δημιουργού που φτιάχνει ταινίες μόνο για τους …οπαδούς του. Ωστόσο, είναι συγκινητική η αγωνία ενός καλλιτέχνη που προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά του παρελθόντος, να αποδεσμευτεί από τον αυτο-έλεγχο (self-control) που εδώ μοιάζει να λειτουργεί ανασταλτικά και να ξεκινήσει από την αρχή με καθαρό μητρώο (λευκό καμβά). Έτσι, η περιπλάνηση του μοναχικού ήρωα μοιάζει σαν εκείνη του καλλιτέχνη προς την έμπνευση, την οποία και αναζητά σε διάφορα μέρη (μουσική, ζωγραφική, σεξ, επιστήμη, ναρκωτικά) αλλά μπορεί να τη βρει μονάχα στην απόλυτη ελευθερία, όπως εκείνη συμβολίζεται στο λευκό χαρτί που βρίσκει ο Bancholé στο τελευταίο σπιρτόκουτο, στον άδειο πίνακα και στο τελευταίο κάδρο της εξόδου. Από αυτή τη σκοπιά το ερώτημα αν μας αρέσει ή όχι το The Limits of Control καθίσταται άκυρο. Δεν είναι μια ωραία, αλλά μια αναγκαία ταινία. Δεν φτιάχτηκε για να αρέσει, φτιάχτηκε για να σώσει. Όσοι πιστοί…

Α.Π.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

LES HERBES FOLLES (2009)

Όταν πριν από τρία χρόνια η Βενετία υποδεχόταν το Coeurs ως την επιστροφή στη φόρμα για τον μεγάλο Resnais, μου δημιουργήθηκαν προσδοκίες που δυστυχώς έμειναν ανεκπλήρωτες. Όχι ότι εκείνο το φιλμ δεν είναι καλό – αντιθέτως, αποτελεί υπόδειγμα αφηγηματικού χειρισμού μιας πλειάδας χαρακτήρων και η θερμή αισιοδοξία που αναδίδει έφερε μια ευπρόσδεκτη προσθήκη στο πλουραλισμό μιας φιλμογραφίας ανεκτίμητης. Ωστόσο, η σχετικά απρόσωπη σκηνοθεσία και το θεατρικό της στήσιμο φαντάζει λειψό μπροστά στο έργο ενός δημιουργού που μας έμαθε το σημείο τομής ανάμεσα στο πάθος και την αποστασιοποίηση. Είκοσι και βάλε χρόνια μετά από την τελευταία φορά (το Mon Oncle d’ Amerique ή έστω το Mélo), αποφασίζει να περάσει ξανά από αυτή τη χώρα που του ταιριάζει καλύτερα, εκεί όπου οι τα αγριόχορτα ανθίζουν μέσα στο παράδοξο του «μη μου άπτου» πάθους τους.

Μεταφέροντας στην μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα του Christian Gailly με τίτλο L’ incident, ο Resnais δεν απομακρύνεται θεματικά από του προηγούμενο φιλμ. Ρομαντικές αναζητήσεις με άφθονες δόσεις μελαγχολίας, νοσταλγίας και τρέλλας διαπερνούν και το Les Herbes Folles. Ωστόσο, όλα αποκτούν διαφορετικό νόημα κάτω από τις φορμαλιστικές επιλογές του Γάλλου δημιουργού που θυμίζουν τα περασμένα μεγαλεία του αλλά – και εδώ κρύβεται η επιτυχία του – χωρίς την παραμικρή ρετρό διάθεση. Πράγματι, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη περίπτωση ουσιαστικής και ολοκληρωτικής αναβίωσης του στυλ της nouvelle vague της δεκαετίας του ’50 και του ’60 (και ορισμένων πραγματικών εκλάμψεων του Rivette στα 70’s) που ταυτόχρονα να μοιάζει τόσο φυσικά εναρμονισμένη με τον καιρό της. Υπάρχει αυτή η ανεμελιά, αυτό το αυθόρμητο και ειλικρινές στυλ κινηματογράφησης που κινείται πρωτίστως από αμετανόητο σινεφιλικό πάθος και δεν έχει καμμία διάθεση να το κρύψει. Τι και αν βρισκόμαστε πλέον στο 2010 – ο Resnais χτίζει τη γέφυρα που ενώνει την εποχή μας με τις μέρες που στις αίθουσες κυκλοφορούσαν το Paris nous Appartient και το Vivre Sa Vie. Τόσο πιστός στο πνεύμα αυτών των φιλμ και παράλληλα τόσο πιστός στο σήμερα – μία αντίφαση που μόνο ένας γνήσιος auteur του χρόνου θα μπορούσε να κατορθώσει.

Αυτόν τον χαρακτηρισμό και άλλους παρόμοιους ο Resnais τους αποποιείται σχεδόν ενστικτωδώς στις συνεντεύξεις του. Αλλά τα έργα του μιλούν από μόνα τους και είναι τουλάχιστον συγκινητικό να παρατηρείς το συνειρμικό μοντάζ του Les Herbes Folles και να αναγνωρίζεις αμέσως τον άνθρωπο που χρόνια πριν σου έδειξε - μόνο αυτός - τις εικόνες της μνήμης και της προσδοκίας, όπως ακριβώς κατασκευάζονται στο μυαλό σου. Η σκηνοθεσία διαπερνάει την Χιροσίμα, το Μάριενμπαντ και το La Guerre est Finie, έστω με διαφορετική και πιο ανάλαφρη διάθεση (σαν εκείνη των πρώιμων Godard και Rivette), αλλά με ένα στυλ που αλάνθαστα αναγνωρίζεις που ανήκει. Και που, στα μάτια μου τουλάχιστον, έλειψε από το Coeurs. ‘Η μάλλον έλλειψε από το σινεμά για δεκαετίες. Όσο για το μυστικό της επικαιρότητας που επιτυγχάνει το φιλμ; Ίσως μια απόπειρα εξήγησης να άπτεται της σοφής επιλογής ως κεντρικών ηρώων ανθρώπων μιας τέτοιας ηλικίας και «κοψιάς» (André Dussollier, Sabine Azéma) που δεν δυσκολεύεσαι να φανταστείς ότι στα νιάτα τους θα πρωταγωνιστούσαν σε έργα των απαρχών του Νέου Κύματος. Και όπως και ο σκηνοθέτης τους, μεγάλωσαν στα χρόνια αλλά εξακολουθούν να προσπαθούν να καταλάβουν τον κόσμο μέσα από τα αχόρταγα μάτια ενός μικρού και ανέμελου παιδιού.

Α.Π.

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

AVATAR (2009)

Η νέα ταινία του James Cameron επιφυλάσσει εκπλήξεις μεγαλύτερες και από την εντύπωση που προκαλούν τα τελευταίας τεχνολογίας ειδικά εφέ της, τεχνολογίας που ο Cameron παραδέχτηκε ότι περίμενε όλα αυτά τα χρόνια την εξέλιξη, για να μπορέσει να υλοποιήσει το όραμα του όπως το είχε φανταστεί. Το εντυπωσιακό αυτό περιτύλιγμα που περιλαμβάνει CGI γλυκίσματα για τον αμφιβληστροειδή και αποστομωτική 3D φαντασμαγορία, ανάλογη της οποίας δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στον κινηματογράφο, (ο Cameron μπορεί να περηφανεύεται ότι για άλλη μια φορά είναι ο άνθρωπος που σπρώχνει τις ψευδαισθητικές δυνατότητες του σινεμά στα όρια τους, μετά την «Άβυσσο» του '89, όπου και παρουσίασε τα πρώτα CGI εφέ και φυσικά τον αριστουργηματικό δεύτερο Εξολοθρευτή του '91 που τα τελειοποίησε) μπορεί να επισκιάσει αν σταθείς μόνο σ' αυτό (και πολλοί μέχρι στιγμής στέκονται μόνο εκεί) την ουσία της νέας του δημιουργίας. Γιατί δεν μπορείς να μην εκπλαγείς από το καθαρό αντιιμπεριαλιστικό και αντιαμερικανικό μήνυμα ενός γιγαντιαίου αμερικανικού blockbuster προορισμένου κυρίως να φέρει πάρα πολλά χρήματα στις τσέπες των παραγωγών του.

Κι αυτή ίσως είναι και η μεγαλύτερη μαγκιά του Καναδού σκηνοθέτη. Εκτοξεύει στα μούτρα του ανυποψίαστου αμερικανικού κοινού (αλλά και του παγκόσμιου, ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος άλλωστε είναι κατ' εξοχήν «ανυποψίαστος» τις περισσότερες φορές) μια καταγγελία εκρηκτικής αλληγορικής δύναμης σε συσκευασία περιπέτειας επιστημονικής φαντασίας, παρουσιάζοντας του το αληθινό πρόσωπο της πολιτικής που εφαρμόζουν χρόνια τώρα οι διάφορες ηγεσίες της πατρίδας του. Καταγγελία που λέει ότι από τους αυτόχθονες αμερικανούς μέχρι το Βιετνάμ (απόηχοι από το μεγαλούργημα του Κόπολα «Αποκάλυψη Τώρα» συναντώνται συχνά στις δυόμιση ώρες του Avatar) και το Ιράκ η Αμερική δεν κάνει άλλο από το να προφασίζεται τον εκπολιτισμό των «αγρίων» για να καταβροχθίσει φυσικούς πόρους, πολιτισμούς, ανθρώπους όλους και όλα στο βωμό του χρήματος. Ο Cameron φέρνει αντιμέτωπους «ανθρώπους» χωρίς καμμιά ανθρωπιά με «εξωγήινους» που έχουν όλα όσα έχασαν οι γήινοι μέσα στο παραλήρημα της δίψας τους για χρήμα και εξουσία: Ήθος, σεβασμό στη ζωή και τη φύση, αγάπη, αξιοπρέπεια. Στην ουσία συγκρούονται νοοτροπίες: Αυτή του αποκτηνωμένου, μέσα στον καπιταλιστικό παροξυσμό του, ανθρώπινου όντος που βλέπει παντού «ευκαιρίες» για οικονομική εκμετάλλευση και ενός Άλλου όντος, που ζει σε αρμονία με το παν, που νιώθει κομμάτι της φύσης και όχι εξουσιαστής της, εκείνου που κάποτε ήταν και ανθρώπινο και τώρα πια μοιάζει εξωγήινο. Την φύση αυτή ο Cameron την κινηματογραφεί λατρευτικά, χωράει στα κάδρα του τον εξωγήινο οργασμό της, εξωγήινο μόνο επιφανειακά γιατί ο πλανήτης Pandora δεν είναι τίποτα άλλο από μια άλλη όψη του δικού μας πριν τον καταντήσουμε στα σημερινά του χάλια. Χονδρικά θα μπορούσε να ειπωθεί πως αν ο Malick γύριζε ποτέ ένα blockbuster επιστημονικής φαντασίας κάπως έτσι θα τo επιχειρούσε.

Πέρα όμως από το πλάσιμο ενός σαγηνευτικού άλλου κόσμου και την συγκινητική του προσήλωση στην ανάδειξη και της πιο απειροελάχιστης λεπτομέρειας αυτού του μαγικού τοπίου ο Cameron δεν ξέχασε να είναι ο σπουδαίος διασκεδαστής που όλοι ξέρουμε και αγαπάμε. Οι σκηνές δράσης είναι εκπληκτικά χορογραφημένες, η πλοκή ρέει ασταμάτητη από «κοιλιές», ο σκηνοθετικός ρυθμός είναι άψογα μετρονομημένος παρά τη μεγάλη διάρκεια. Δεν ξεχνάς ποτέ παρακολουθώντας αυτό το κομψοτέχνημα ότι πίσω από την κάμερα βρίσκεται ο άνθρωπος που έδωσε το «Terminator», το «Aliens», τον «Τιτανικό». Γιατί η δράση συμπορεύεται με το συναίσθημα και το διασκεδαστικό του όλου θεάματος δεν παραχωρεί στο χυδαία εμπορικό. Γιατί η υψηλή ποιότητα της κατασκευής συνδυάζεται με τον στοχασμό και είναι αυτή ακριβώς η ιδιότητα του Cameron που τον κάνει εδώ και χρόνια έναν μεγάλο σκηνοθέτη. Από το ψυχαγωγικό σινεμά του δεν λείπει ποτέ ο προβληματισμός (ή σχεδόν ποτέ, το True Lies ήταν καθαρόαιμη διασκέδαση χωρίς άλλες απαιτήσεις), από την λαϊκή τέχνη που υπηρετεί δεν απουσιάζει ποτέ η καλαισθησία και η προσωπικότητα, και τελικά πιο ουσιαστική από οποιαδήποτε τεχνολογική πρωτοπορία αποδεικνύεται αυτή η μεγαλοσύνη να νιώθεις πίσω από ρομπότ, εξωγήινους, πολυβόλα και ναυάγια την αύρα του ίδιου μεγάλου καλλιτέχνη…

Γ.Σ.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

10-1 (Α.Π)

10) No Country for Old Men (2007), των Joel και Ethan Coen
Σε ένα πρώτο επίπεδο, ένα αριστοτεχνικό θρίλερ αμείωτης έντασης αλλά και εύστοχων παρεμβάσεων κωμικής ανακούφισης. Κοιτώντας όμως πιο προσεχτικά, ξεδιπλώνεται το απαισιόδοξο σχόλιο δύο δημιουργών που έχουν αναγάγει σε τέχνη την υπόγεια ειρωνεία και τον μελαγχολικό σαρκασμό. Παρελθόν, παρόν και μέλλον συγκεντρώνονται σε τρεις χαρακτήρες - καθρέφτες για την ανησυχητική πορεία ενός κόσμου που πνίγεται σε ένα αδιευκρίνιστο σκοτάδι. Χωρίς από μηχανής θεούς ή οποιαδήποτε άλλη ανώτερη δύναμη, παραδομένος στον παραλογισμό και το τυχαίο. Ακόμα και όσοι προσπάθησαν να τον κατανοήσουν, έχουν τώρα πια ξυπνήσει. And then I woke up…

9) Inglourious Basterds (2009), του Quentin Tarantino
Ο πιο δημοφιλής σκηνοθέτης της άλλης πλευράς του Ατλαντικού περιφρονεί επιδεικτικά τις συμβάσεις του καθιερωμένου σύγχρονου αμερικανικού κινηματογράφου: χορογραφημένα μονοπλάνα και λήψεις μακράς διάρκειας αντί για κοφτό μοντάζ, προώθηση της αφήγησης μέσω του διαλόγου και όχι μέσω σκηνών δράσης, φορμαλιστικοί πειραματισμοί (το «μονόπρακτο» της La Louisiane) και αδιαφορία προς κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας. Ο Tarantino είναι ένας auteur που γεννήθηκε και ζει μέσα στο ίδιο το σινεμά, γυρίζοντας ταινίας με την άνεση που κάποιος αναπνέει. Και το Inglourious Basterds είναι το αριστούργημά του.

8) 25th Hour (2002), του Spike Lee
Πίσω από το τραύλισμα οργής που επιφυλάσσει η επιφάνεια της σκηνοθεσίας του Lee και πέρα από το πανταχού παρόν ground zero που τυλίγει την Νέα Υόρκη σαν μια μαύρη τρύπα, η 25η είναι η ώρα όπου καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τις επιλογές μας, είναι η στιγμή που δεν μπορούμε να προσπεράσουμε, είναι το τώρα της προσωπικής ευθύνης που μας έπιασε απροετοίμαστους. Όλα όσα θα μπορούσαμε να έχουμε αλλά χάθηκαν για πάντα, θα στέκουν ως υπενθύμιση του χρέους.

7) Das Weisse band (2009), του Michael Haneke
Σε μια έξοχη εκδήλωση κινηματογραφικής διακειμενικότητας, η Λευκή Κορδέλα του Haneke γυρίζει πίσω στο χρόνο και αναζητά τις ρίζες του σκοταδιού και του απροσδιόριστου κακού που κυριαρχεί στο σημερινό κόσμο όπως αντικατοπτρίζεται στον μοντερνισμό ταινιών σαν το Zodiac και το No Country for Old Men. Δεν προσφέρει φυσικά απαντήσεις, απλά ελπίζει ότι το μάτι του θεατή θα διακρίνει τις γκρίζες περιοχές στα κοφτερά ασπρόμαυρα κάδρα του. Πρόκειται για μια ανεπανάληπτη περίπτωση πλήρως ανοιχτού κινηματογράφου, μια πραγματική επανάσταση για την έβδομη τέχνη.

6) In the mood for love (2000), του Wong Kar Wai
Δεν ωφελεί να γνωρίσεις τον κατάλληλο λίγο πριν ή λίγο μετά. Ένα βράδυ μέσα στο ταξί κίνησε το χέρι του προς το δικό της, μα εκείνη τραβήχτηκε. Και όταν αυτή έγειρε προς το μέρος του, εκείνος δίστασε. Και η ευκαιρία χάθηκε. Η στιγμή όμως έμεινε. Σαν μια ανοιχτή πληγή. Μια αγάπη υπάρχει έστω και αν δεν προσφέρει απτές αποδείξεις εκτός από ένα φευγαλέο άγγιγμα; Σε ένα κλειστό σαν κοχύλι σύμπαν εκατομμυρίων συναισθημάτων γεννημένων κάτω από το τρεμάμενο φως μιας ετοιμοθάνατης λάμπας, το πάθος γνώρισε την αποθέωσή του στα φορέματα της Maggie Cheung και στο βλέμμα του Tony Leung.

5) The Aviator (2004), του Martin Scorsese
Ο Martin επανέρχεται στο αγαπημένο του μοτίβο και χαρτογραφεί την άνοδο και την πτώση του Howard Hughes σαν ήρωα αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Παρασυρμένος από τις διεργασίες ενός αχαλιναγώγητου μυαλού, βρίσκει την ευκαιρία να αναστήσει στο σελυλόιντ τη χρυσή εποχή του Hollywood, δείχνοντας παράλληλα το μέγεθος του προσωπικού κόστους για έναν άνθρωπο – δημιουργό. Αμίμητο σε τεχνικό επίπεδο, κατορθώνει να αιχμαλωτίσει και σε ένα βαθύτερο, προσωπικό, χάρη στην ερμηνεία καριέρας του Leonardo DiCaprio. Το Citizen Kane του νέου αιώνα.

4) Caché (2005), του Michael Haneke
Τι θα συνέβαινε εάν η συνείδησή μας κρατούσε μια κάμερα και κατέγραφε όλα όσα θέλουμε να κρύψουμε; Ο Haneke συνδυάζει την κλινική του ματιά με μία φόρμα σαφώς πιο αφηγηματική από κάθε προηγούμενη ταινία του και ξεδιπλώνει με ανατριχιαστική ακρίβεια το ζήτημα της ατομικής και συλλογικής ενοχής στο δυτικό κόσμο που χτίστηκε πάνω στη βία και το ψέμα.

3) Zodiac (2007), του David Fincher
Άμεσος απόγονος της πολανσκικής Chinatown, το αριστούργημα του Fincher είναι ένα ανεπανάληπτο επίτευγμα αφηγηματικής πυκνότητας και κινηματογραφικού εστετισμού. Μέσα από την καταστρεπτική εμμονή των τριών ηρώων του, ο σκηνοθέτης βρίσκει το όχημα για να βυθιστεί στη δική του και παρουσιάζει πλάνο προς πλάνο την πιο λατρεμένα κατασκευασμένη (και άκρως στυλιζαρισμένη) ταινία που θα μπορούσε να υπάρξει.

2) The Fountain (2006), του Darren Aronofsky
Η αγάπη μέσα στο χρόνο, όπλο και καταδίκη σε μια μάχη ανώφελη. Η άρνηση της αποδοχής σε καλεί σε απόδειξη πριν η «αρρώστια» σε προφτάσει. Από τη θέση του οδηγού, η ηχώ της προσταγής της Izzy δεσπόζει σε μια ταινία που θα μπορούσε να είναι απλώς φιλόδοξη αν δεν ήταν τόσο γεμάτη από τον έρωτα ενός δημιουργού που συνάντησε το σινεμά ακριβώς για να μας προσφέρει αυτό το μοναδικό αριστούργημα.

1) 2046 (2004), του Wong Kar Wai
Για όσους θέλουν αλλά πλέον αδυνατούν να αγαπήσουν. Για όσους δεν μπορούν να κάνουν ένα βήμα προς το μέλλον χωρίς αυτό να πλημμυρίζει από το παρελθόν. Για όσους επιζητούν απεγνωσμένα μία «άψυχη» κρυψώνα για τα μυστικά που βαραίνουν την καρδιά. Για την φωτογραφική πανδαισία του Christopher Doyle, για τις οδυνηρά λυτρωτικές νότες του Shigeru Umembayasi. Για την εύθραυστη ομορφιά της Zhang Ziyi, τα μεγάλα μελαγχολικά μάτια της Faye Wong, το αινιγματικό βλέμμα της Gong Li. Και φυσικά για το νικημένο από τη ζωή μειδίαμα του Toni Leung. Μας έχω κρατήσει για πάντα θέση στο πρώτο βαγόνι…

Α.Π.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

A Farewell to Arms

Όλα τα πράγματα, όλες οι διαδρομές, όλες οι προσπάθειες κάνουν έναν κύκλο. Που ανοίγει ή στενεύει -και πάντοτε κλείνει- κυρίως εξ’ αιτίας της σκοπιμότητας που εξυπηρετούν. Το ίδιο και η προσωπική μου συμμετοχή εδώ. Αν χάσεις την πίστη σου πως εξυπηρετείς μια σκοπιμότητα, προσωπική, ευρύτερη ή και τα δύο, τότε καλό είναι…

Βεβαίως το 25th θα παραμείνει, όχι μόνο ως εικόνα αλλά και ως χώρος φιλοξενίας όσων ενδιαφερομένων.
Ευχαριστώ τους αναγνώστες που με άντεξαν/ενθάρρυναν, όσους συμμετείχαν συγγραφικά και κυρίως τον Αχιλλέα Παπακωνσταντή, που ήταν ο μοναδικός που υποσχέθηκε και συνεισέφερε τελικά, ουσιαστικά, σ’ αυτήν την προσπάθεια.
Η.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

20-11 (Α.Π)

20) Vicky Cristina Barcelona (2008), του Woody Allen
Στα 73 του χρόνια, ο Woody διδάσκει πως με αφηγηματική λιτότητα και σκηνοθετική σιγουριά χτίζεται μια μοντέρνα κωμωδία ηθών. Με όχημα τον Juan Antonio και την Maria Elena, δύο εκ των κορυφαίων γουντυαλλενικών χαρακτήρων στην ιστορία, θα σαρκάσει τις καθημερινές μας φοβίες και τον καλά κρυμμένο μας συντηρητισμό και θα υμνήσει το πάθος σε κάθε του έκφραση.

19) The Three Burials of Melquiades Estrada (2005), του Tommy Lee Jones
Μία ιστορία άσπονδης φιλίας, μία θανατερή πορεία προς την μετάνοια και τον εξαγνισμό και ένα εξαιρετικό παράδειγμα εκμοντερνισμού του αρχαιότερου κινηματογραφικού είδους, οι Τρεις Ταφές αναδεικνύονται στο καλύτερο σκηνοθετικό ντεμπούτο της δεκαετίας, προερχόμενο από έναν παλιό καλό φίλο που, ακόμα ρομαντικός τότε, επέμενε να αναζητεί την πατρίδα του.

18) All The Real Girls (2003), του David Gordon Green
Το «All the real girls» είναι η τρανή απόδειξη ότι για να φτιάξεις μια υπέροχη ταινία, δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο παρά ένα αγόρι και ένα κορίτσι, αρκεί να έχεις την ειλικρίνεια να κοιτάξεις την ανθρώπινη φύση χωρίς διάθεση αποστασιοποίησης, ωραιοποιητικής ή κατηγορικής. Ένα μοναδικό κινηματογραφικό ποίημα που φέρνει το μεγαλείο του Terrence Malick στα μικρά και καθημερινά.

17) Il Divo (2008), του Paolo Sorrentino
Φιλμ – σταθμός στο πολιτικό σινεμά, η ποπ όπερα του βιρτουόζου Sorrentino αφουγκράστηκε πρώτη απ’ όλους το πολιτικό σκηνικό που αξίζει και παίρνει ο σύγχρονος δυτικός κόσμος. Με την απαιτούμενη ελαφρότητα, καθιστά τον θεατή ένοχο για την εύκολη ικανοποίησή του με άρτο και θέαμα και όταν το show τελειώνει, η προσωπογραφία της διαφθοράς (μέσω του Andreotti και, κυρίως, μέσα από τη συγκλονιστική σωματική ερμηνεία του Toni Servillo) εξακολουθεί να στοιχειώνει ως εγχειρίδιο επιβίωσης στην εξουσία και ως ένα πολύτιμό μάθημα για εκλογείς και εκλεγμένους.

16) Kill Bill (2003/04), του Quentin Tarantino
Σε μια αποθέωση σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ, κόμικ υπερβολής και αφηγηματικής δεξιοτεχνίας, το πλήρες Kill Bill αποτελεί πριν από οτιδήποτε άλλο μια γιορτή του κινηματογράφου. Απόδειξη της αυτονομίας και της αυτάρκειάς του ως τέχνης, 240 και βάλε καταιγιστικά λεπτά στηρίζονται εξολοκλήρου σε μύθους του ίδιου του σινεμά που αναγεννώνται από τον σκηνοθέτη με το χρυσό άγγιγμα – αυτό που μετατρέπει φτηνές pop μυθολογίες σε ξεσηκωτικό πανηγύρι εικόνων, χρωμάτων και μουσικής και κορυφώνεται ιδανικά σε μια σαραντάλεπτη λεκτική αντιπαράθεση – αυθάδης διακήρυξη του ταραντινικού μεγαλείου.

15) The Banishment (2007), του Andrei Zvyagintsev
Με την εκφραστική δύναμη μιας θρησκευτικής παραβολής και την σκληρή αφήγηση μιας αρχαιοελληνικής τραγωδίας, το νέο μεγάλο όνομα του ρωσικού κινηματογράφου δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο και εικαστικά εκθαμβωτικό φιλμ που ανταποκρίνεται και ξεπερνά τις προσδοκίες που είχε φέρει το προ τετραετίας ντεμπούτο του («Η Επιστροφή»). Η αποξένωση ανάμεσα στον Alex και την Vera συμβολίζει εκείνη του σύγχρονου ανθρώπου με τον εαυτό του και την απομάκρυνση του από τη Δημιουργό – Φύση. Ο Zvyagintsev έχει την πλήρη ευθύνη του δικού του δημιουργικού ρόλου και στο ευρηματικό και άκρως συγκινητικό τελευταίο μέρος του έργου του, επισημαίνει την επιτακτική ανάγκη να κοιτάξουμε μέσα μας και να γνωρίσουμε.

14) Mystic River (2003), του Clint Eastwood
Με ένα εκλεκτό ensemble cast να αποδίδει τα μέγιστα (Penn και Bacon δύσκολα θα φτάσουν ξανά σε τέτοια ερμηνεία), ο Eastwood στηρίζεται στο μυθιστόρημα του Dennis Lehane και ρίχνεται στα σκοτάδια με τη σιγουριά του βετεράνου και την τόλμη ενός νέου. Αφηγούμενος μια τραγωδία πρωτοφανούς σκληρότητας θα παρουσιάσει την καλύτερη ταινία μιας ούτως ή άλλως εκπληκτικής φιλμογραφίας και θα μιλήσει για εκείνες τις επιλογές που μας ακολουθούν και μας καθορίζουν για μια ζωή.

13) 3-Iron (2004), του Kim Ki Duk
Το εκκεντρικό ζευγάρι των ηρώων αποτελεί το όχημα για να αποθεώσει ο σπουδαίος Κορεάτης δημιουργός την ετερότητα ως πρωταρχικό στοιχείο του έρωτα, λίγο πριν εικονογραφήσει την εξουδετέρωσή της – τη λαχτάρα για την απόλυτη ένωση, εκείνη που σα σκιά ξεγλιστρά από τα κάγκελα της φυλακής και που ζωγραφίζεται στο μηδέν της ζυγαριάς. Υπόκωφα βίαιη, βουβά κωμική, μα απόλυτα ρομαντική, αυτή η σπουδή πάνω στην παράλληλη πορεία και στα σημεία τομής ονείρου και πραγματικότητας, μιλάει ξεχωριστά στον κάθε θεατή ακροβατώντας πάνω σε μια βαθιά συλλογική αλήθεια: είμαστε όλοι άδεια σπίτια, εγκαταλελειμμένα δωμάτια που περιμένουν να κατοικηθούν.

12) Notre musique (2004), του Jean-Luc Godard
Κόλαση – Καθαρτήριο – Παράδεισος: μια πορεία στην οποία ο Godard θα υμνήσει τη διαφορετικότητα στις μελωδίες μας, θα υπογραμμίσει την ευθύνη του δημιουργού και θα συνθέσει ένα συγκινητικό ποίημα για τις ικανότητες της δημιουργίας και της καταστροφής που συνυπάρχουν μέσα μας.

11) There Will Be Blood (2007), του Paul Thomas Anderson
Από την μία, η ιστορία ενός άνδρα, προϊόν και θύμα της εγωπαθούς και καταστρεπτικής ανθρώπινης φύσης, όπως πρώτα την είδε να κυριαρχεί τριγύρω του και έπειτα την άφησε να αναπτυχθεί μέσα του. Από την άλλη, η ιστορία του δυτικού κόσμου στον 20ο αιώνα μέσα από την συνύπαρξη και τη σύγκρουση του καπιταλισμού και της θρησκείας. Και ταυτόχρονα, η ιστορία του ίδιου του σινεμά, από το βωβό εναρκτήριο εικοσάλεπτο μέχρι τα τοπία και τη θεματολογία του κλασικού αμερικανικού κινηματογράφου. Με μια εικονοπλαστική δύναμη που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη και με την αρωγή της σπουδαιότερης ερμηνείας της τρέχουσας δεκαετίας (τουλάχιστον), ο Anderson αφηγείται όλα όσα περικλείονται ανάμεσα στην πρώτη σκηνή (η γέννηση του κόσμου) και στην τελευταία (που θα μπορούσε να αποτελεί το τέλος του) σαν μια ιστορία Αποκάλυψης.

Α.Π.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

30-21 (Α.Π)

30) Public Enemies (2009), του Michael Mann
Ταινία – σταθμός στον τρόπο που παρακολουθούμε κινηματογράφο, το Public Enemies θα μνημονεύεται ως τομή στην αφηγηματική δυναμική της φόρμας. Ο Michael Mann τολμά και φέρνει τη ψηφιακή τεχνολογία σε μια γκανγκστερική ταινία εποχής και η σύλληψη του χρόνου, των ονείρων, της ρομαντικής ματαιοδοξίας συγκεντρώνονται στο βλέμμα του Johnny Depp κάθε φορά που αντικρίζει την αγαπημένη του Billie. Bye-bye blackbird…

29) Match Point (2005), του Woody Allen
Επανερχόμενος στην ιστορία και την προβληματική του αριστουργηματικού Crimes and Misdemeanors, ο Woody χτίζει ένα πολυεπίπεδο δράμα και με όπλο μια αφηγηματική σιγουριά πρωτόγνωρη για τον ίδιο (και όχι μόνο) κινείται ανάμεσα στα είδη (από την μαύρη κωμωδία μέχρι το θρίλερ) για να επιβραβεύσει με έναν καίριο σαρκασμό την α-ηθική στάση του ήρωά του.

28) The Departed (2006), του Martin Scorsese
Ο Martin Scorsese σκηνοθετεί ένα μοντέρνο γκανγκστερικό φιλμ, ο Leonardo DiCaprio αναμετράται με τον Jack Nicholson και το Gimme Shelter συνοδεύει την εκκίνηση σε μια πορεία βίαιης απομάκρυνσης και αιματηρής επανένωσης για τις δυο πλευρές του (στην πραγματικότητα ενός) σκορσεζικού ήρωα/μάρτυρα.

27) Turtles can fly (2004), του Bahman Ghobadi
Στα σύνορα Τουρκίας και Ιράκ, μια παρέα παιδιών προσπαθεί να επιβιώσει στα συντρίμμια που άφησαν ο Σαντάμ Χουσεΐν και οι βομβαρδισμοί του Μπους του νεότερου. Με εφευρετικότητα και χιούμορ οι μέρες περνούν, αλλά η εξέλιξη είναι προδιαγεγραμμένη για τους κατοίκους αυτής της γωνιάς του πλανήτη. Και αν νομίζατε ότι τα Απαγορευμένα Παιχνίδια του René Clément ήταν συγκινητικά μέσα στην σκληρότητά τους, τίποτα δεν μπορεί να σας προετοιμάσει για το σοκ της ταινίας του Ghobadi.

26) The New World (2005), του Terrence Malick
Συνεχίζοντας από εκεί που σταμάτησε με τη Λεπτή Κόκκινη Γραμμή, ο Malick φιλοσοφεί πάνω στη θνητή φύση του ανθρώπου, ζωγραφίζοντας με μια σειρά εκθαμβωτικών πλάνων τα δίπολα έρωτας - θάνατος και φύση – πολιτισμός και μας οδηγεί στην αναπόφευκτη διαπίστωση πως κάθε βήμα προς τα μπροστά δεν μπορεί παρά να μας φέρνει πιο κοντά στο τέλος.

25) L’ Homme du Train (2002), του Patrice Leconte
Ένας συνταξιούχος φιλόλογος και ένας μεσήλικας κακοποιός, άγνωστοι μεταξύ τους, συναντιούνται στο σταθμό του τρένου. Το φαινομενικά ασήμαντο αυτό γεγονός θα οδηγήσει σε μια βαθιά φιλία, σε μια αναθεώρηση της ζωής, σε μια εκ νέου προετοιμασία για το αύριο. Και πάνω απ’ όλα, θα φέρει ένα κινηματογραφικό κομψοτέχνημα, ένα υπόδειγμα σκηνοθεσία ρυθμού και χαρακτήρων.

24) Gomorra (2008), του Matteo Garrone
Πέντε ιστορίες σκληρές και κυνικές, με ήρωες ανθρώπους κάθε ηλικίας, ζωγραφίζουν το πορτρέτο της Camorra και μαζί ολόκληρου του ιταλικού νότου που βυθίζεται στη βία, τη διαφθορά και τη φτώχεια με μαθηματική ακρίβεια. Ένα φιλμ – καταγγελία, γεμάτο σκηνές ανθολογίας χάρη στην αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη του.

23) Les Chansons d’ Amour (2007), του Christophe Honoré
Ο Honoré δεν κλείνει τα μάτια του στο σκοτεινό και μελαγχολικό Παρίσι του 21ου αιώνα, ούτε προσποιείται κάποιου είδους τόλμη στην απεικόνιση της ερωτικής ζωής των ηρώων του. Εικονογραφεί απλά την ενθουσιώδη μα προβληματισμένη αγάπη, την απόγνωση της απρόσμενης απώλειας και την επανεμφάνιση της ελπίδας μέσα από τον έρωτα. Και έχει για συντροφιά τραγούδια καταπληκτικά (το ένα καλύτερο από το άλλο) και έναν σπουδαίο Louis Garrel, το εμβληματικό πρόσωπο του σύγχρονου γαλλικού σινεμά. Υπέροχο…

22) Oldboy (2003), του Park Chan-wook
Η φρεσκάδα και η επινοητικότητα στη σκηνοθεσία συναγωνίζονται τις αναπάντεχες τροπές του σεναρίου και συνθέτουν ένα φιλμ χειμαρρώδες. Ένας δεξιοτεχνικός εφιάλτης προορισμένος να συγκλονίσει αλλά ταυτόχρονα και να ανανεώσει την πίστη μας στην ικανότητα του σινεμά να ξαφνιάζει ακόμα τον σύγχρονο θεατή.

21) Yi Yi (2000), του Edward Yang
Το κύκνειο άσμα του σημαντικότερου ίσως σκηνοθέτη που ανέδειξε ο κινηματογράφος του Ταϊβάν είναι μια ταιριαστή ανακεφαλαίωση της ξεχωριστής φιλμογραφίας του. Συγκινητικό με μια ειλικρίνεια σπαραχτική, το Yi Yi αποτελεί το σημείο τομής ανάμεσα στον Renoir και τον Altman και κατορθώνει το άπιαστο: ξεπερνάει το μεγαλείο ακόμα και του A Brighter Summer Day, η σπουδαιότερη ασιατική ταινία της δεκαετίας του ’90 κατά τη γνώμη του γραφόντα.

Α.Π.

Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2009

40-31 (Α.Π)

40) Sur Mes Lèvres (2001), του Jacques Audiard
Επαναπροσδιορίζοντας τα είδη του φιλμ νουάρ και του θρίλερ, η εξαιρετική σκηνοθεσία του Audiard εγκλωβίζει τον θεατή σε μια πρωτόγνωρη, αισθητικής φύσεως ένταση, έτσι όπως η κάμερά του σαγηνεύεται από τις λεπτομέρειες του σύμπαντος στο οποίο κατοικούν η Carla και ο Paul. Ερμηνείες αναφοράς από την Emmanuelle Devos και τον Vincent Cassel.

39) Antichrist (2009), του Lars von Trier
Επιστρέφοντας το μυστήριο της θηλυκής φύσης στο πρωταρχικό του σπίτι, ο Lars von Trier μεγαλουργεί εικαστικά και μέσα από πολυάριθμες αναφορές παραδίδει μια υποβλητική σπουδή πάνω στην απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από τη Φύση και στην αιώνια μάχη των δύο φύλων.

38) The Wrestler (2008), του Darren Aronofsky
Εκκινώντας από όλα τα κλισέ και τις συμβάσεις του αμερικανικού σινεμά (ως καθρέφτης του περίφημου american dream) και χρησιμοποιώντας τη φόρμα ενός σκληρού και απέριττου δράματος ευρωπαϊκών καταβολών, ο ευφυής Aronofsky παραθέτει μια συγκινητική παραβολή για το δυσνόητο της σύγχρονης, πολυκωδικής καθημερινότητας. Στο επίκεντρο ένας συνταρακτικός Mickey Rourke στο ερμηνευτικό άθλο του να αντιμετωπίζεις τα προσωπικά σου λάθη σε κάθε μελανιά και κάθε σημάδι του ήρωά σου.

37) Το Λιβάδι που Δακρύζει (2004), του Θόδωρου Αγγελόπουλου
Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα μικρά αισθήματα και τις προσωπικές εμπειρίες, έτσι και το έπος της Ιστορίας προδίδεται από τις λέξεις, η ανεπάρκειά των οποίων είναι γνωστή στον Αγγελόπουλο και τους ήρωές του. Η ελλειπτική αφήγηση αντικατοπτρίζει τις ελλειπτικές ζωές και ο θεατής παρακολουθεί μέσα από τα μάτια της Ελένης (κόρη-μητέρα-γυναίκα) την ιστορία της Ελλάδας στον 20ο αιώνα. Εν τέλει, πρόκειται για την ιστορία όλων των ανθρώπων χωρίς σύνορα, καταδικασμένοι καθώς είναι σε διαρκή κίνηση. Το νήμα θα ξετυλίγεται πάντα και σε κάθε λιμάνι όπου κάποια Πηνελόπη θα αποχαιρετά τον Οδυσσέα της.

36) Nobody knows (2004), του Hirokazu Koreeda
Ο τρόπος που ο Koreeda ταυτίζει με μια σχεδόν ιμπρεσιονιστική διάθεση το βλέμμα της κάμεράς του με αυτό του δωδεκάχρονου Akira είναι συγκλονιστικός, καθώς ο μικρός ήρωας παρακολουθεί με μια πένθιμη αθωότητα τον κόσμο των μεγάλων να αποκαλύπτει την αποκρουστική του φύση.

35) Werckmeister Harmoniak (2000), του Béla Tarr
Βασιζόμενος για μία ακόμα φορά σε σενάριο του Laszlo Krasznahorkai (από μυθιστόρημα του ιδίου), ο κορυφαίος Ούγγρος σκηνοθέτης παρακάμπτει ξανά κάθε συμβατική έννοια αφήγησης προς όφελος μίας πραγματικής σύλληψης του χρόνου και παραδίδει ένα αφοπλιστικό ποίημα για τις συνέπειες της δημαγωγίας και της τυφλής υπακοής της μάζας.

34) Lust, Caution (2007), του Ang Lee
O κύριος Yee και η Wong Chia Chi θα βρεθούν απροετοίμαστοι να αντικρίζουν το μετέωρο της ύπαρξής τους – χαμένοι στις μεταμφιέσεις στις οποίες εξαναγκάζονται υπηρετώντας μία (κάποια) ιδέα. Ο Ang Lee θα διευθύνει την πτώση τους, σαν μαέστρος σε μια όπερα για ανθρώπινες μαριονέτες.

33) Eloge de l’Amour (2001), του Jean-Luc Godard
Διανύοντας την πέμπτη δημιουργική δεκαετία του, ο Γκοντάρ παραδίδει το σπουδαιότερο, ίσως, φιλμ του αντι-αφηγηματικού κινηματογράφου που ο ίδιος καθιέρωσε και υπογραμμίζει τη σημασία της μνήμης και του «ονόματος» σε έναν κόσμο παραδομένο στους αδίστακτους κανόνες της καπιταλιστικής οικονομίας. Il ne peut y avoir de résistance sans mémoire.

32) Before Sunset (2004), του Richard Linklater
Δέκα χρόνια μετά τη Βιέννη, ο ρομαντισμός μάζεψε τις βαλίτσες του και ετοιμάζεται να αποχωρήσει, την ώρα που ο κυνισμός χτυπάει την πόρτα καλοαναθρεμμένος. Τα μεγάλα όνειρα έγιναν μεγάλες αποφάσεις που βαραίνουν και οι μικρές απολαύσεις είναι πλέον ασήμαντες λεπτομέρειες που στοιχειώνουν. Είναι άραγε πολύ αργά για να αγαπήσεις, για να υπάρξεις; Linklater, Delpy, Hawk και το διαλογικό σινεμά συναντά εδώ την κορύφωσή του.

31) Code Inconnu (2000), του Michael Haneke
Εγκαταλείποντας την καθοδήγηση του θεατή (με απώτερο στόχο την τιμωρία του) του Funny Games, ο Αυστριακός φιλόσοφος/σκηνοθέτης επιστρέφει στη λογική των 71 Συμπτώσεων. Απλώνει στον (αντι)αφηγηματικό του καμβά στιγμιότυπα καθημερινότητας και χωρίς να δίνει απαντήσεις, καλεί τον κάθε θεατή ξεχωριστά να αποκρυπτογραφήσει τον κώδικα στον οποίο υπακούει η ατομική και η συλλογική Ιστορία.

Α.Π.