Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

A Farewell to Arms

Όλα τα πράγματα, όλες οι διαδρομές, όλες οι προσπάθειες κάνουν έναν κύκλο. Που ανοίγει ή στενεύει -και πάντοτε κλείνει- κυρίως εξ’ αιτίας της σκοπιμότητας που εξυπηρετούν. Το ίδιο και η προσωπική μου συμμετοχή εδώ. Αν χάσεις την πίστη σου πως εξυπηρετείς μια σκοπιμότητα, προσωπική, ευρύτερη ή και τα δύο, τότε καλό είναι…

Βεβαίως το 25th θα παραμείνει, όχι μόνο ως εικόνα αλλά και ως χώρος φιλοξενίας όσων ενδιαφερομένων.
Ευχαριστώ τους αναγνώστες που με άντεξαν/ενθάρρυναν, όσους συμμετείχαν συγγραφικά και κυρίως τον Αχιλλέα Παπακωνσταντή, που ήταν ο μοναδικός που υποσχέθηκε και συνεισέφερε τελικά, ουσιαστικά, σ’ αυτήν την προσπάθεια.
Η.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

10-1 (Η.Δ)

10. YOUTH WITHOUT YOUTH (2007), Francis Ford Coppola, director
Η ολική επαναφορά μιας μεγαλοφυΐας του σινεμά, είναι από τη μια ένα κρυπτικό δοκίμιο πάνω στην φιλοσοφία της θρησκείας, της γνώσης και της αγάπης κι απ’ την άλλη μια πλουραλιστική κινηματογραφική πανδαισία ψευδοϊστορίας, μοντάζ και ρομαντισμού, που άφησε αμήχανο το λιγοστό κοινό που την είδε. Ίσως δεν είναι και για περισσότερους.

9. THE FOUNTAIN (2006), Darren Aronofsky, director
Γράφει κάπου ο Ebert πως όταν μια ταινία κοστίζει 35 εκατομμύρια αντί για 75 που υπολόγιζε ο σκηνοθέτης και κρατάει 96 λεπτά ενώ αφηγείται τρεις ιστορίες, πρέπει να περιμένουμε κάποτε ένα director’s cut.
Εγώ να πω την αλήθεια θα φοβόμουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Όχι μήπως χαλάσει η σημερινή μου εικόνα για το φιλμ, αλλά για τον ίδιο λόγο που φοβάμαι μια δεύτερη αναμέτρηση μαζί της στα τρία χρόνια που έχει παρουσιαστεί: Μην και ο φόρος της ομορφιάς και του ρομαντικού της βάθους δεν καταβληθεί από πλευράς μου. Καθόλου δεν θα το άντεχα αυτό το ενδεχόμενο.

8. DOLLS (2002), Takeshi Kitano, director
Το αυτό ισχύει και εδώ. Επτά χρόνια πριν, η μεταφορά της παράδοσης του bunraku (ιαπωνέζικο κουκλοθέατρο) σε τρεις ιστορίες, ήταν επιτακτικά αυτοβιογραφική. Σήμερα, αποφευκτέα…
Όμως τίποτα δεν μπορεί να μετακινήσει ένα ποίημα, του οποίου η υπερβολή είναι η καρδιά του, από την ακλόνητη θέση του στις σπανιότερες, και πιο απροσδόκητες, δημιουργίες αυτής της δεκαετίας.

7. FA YEUNG NIN WA (2000), Wong Kar Wai, director
Το μεγάλο σοκ των αρχών του 2000, μπορεί να διαψεύστηκε στην επόμενη μεγάλου μήκους ταινία του – που απ’ ότι διαβάζω σαρώνει στις λίστες πολλών, ωστόσο – όμως αυτό ελάχιστη σημασία έχει. Μια επίσκεψη στο παρελθόν του “αμερικανοκίνητου” Hong Kong, πλημμυρισμένου στους ήχους του Nat King Cole, τονικά προσδιορισμένου σαν τονικό συμφωνικό ποίημα σοκακιών και δωματίου του 19ου αιώνα, παστελαρισμένου και φαντασματικού, φετιχιστικά χτισμένου στην απουσία του ανθρώπου και την υστερικής ηρεμίας χορογραφημένη παρουσία ενός έρωτα που εξαφανίζει κάθε τι άλλο και σένα τον ίδιο τελικά.

6. INTO THE WILD (2007), Sean Penn, director
Μετά από ένα όργιο σπαραγμού – μιας ζωής που επιβάλλουν οι μεγάλοι, μιας εθελούσιας εξόδου, ενός αποχωρισμού από τον επίκτητο πατέρα που δεν γνώρισες, ενός διαζυγίου από το κορίτσι που δεν θέλησες, μιας οικογένειας που απέφυγες, μιας τροφής που λανθασμένα καταβρόχθισες – έρχεται η σπαρακτική νηνεμία της συνειδητοποίησης πως πολλά έχουν σημασία μόνο όταν τα μοιράζεσαι. Τότε αναλογίζεσαι πως έζησες μια όμορφη, σύντομη ζωή και αποδέχεσαι εκείνο που κανείς δεν απέφυγε. Τότε ξεκινά ένας άλλος σπαραγμός, που θα μελανιάσει για πάντα ένας μέρος της καρδιάς σου.

5. COLLATERAL (2004), Michael Mann, director
Μια, αν μου επιτρέπεται, μετα-Cronenberg εκδοχή της μεταμόρφωσης του “homo urbanus”, του ανθρώπου της μεγαλούπολης που αποκτηνώνεται, που «θυμάται» την εποχή που κυνηγούσε για να ζήσει. Αν υπάρχει κάποιος να συνδέσει το ηλεκτροφορτισμένο, κατάφωτα γυάλινο τσιμεντοτοπίο της νυχτερινής μεγαλούπολης με την μεταλλασσόμενη ύπαρξη, ενώ το ψυχολογικό τοπίο γεμίζει επαμφοτερίζουσα συμπόνοια εκ μέρους μας, αυτός είναι ο Michael Mann. Hands down.

4. ROCKY BALBOA (2006), Sylvester Stallone, director
Με διαφορά η πιο προσωπικά συγκινητική στιγμή της δεκαετίας και, πόσο ασυνήθιστο!, να μην πρέπει να παλέψεις με τους πάντες απέναντι να σου λένε πόσο κακή ταινία ήταν. Φυσικά, αν δεν έχεις τα δικά σου αντίστοιχα, η επιλογή θα μείνει ανεξήγητη. (Χαμογελώ με λίστες που βλέπω γεμάτες «ίδιες» ταινίες, λες κι από τις 50.000 ας πούμε ταινίες της δεκαετίας, όλοι είδαν τις ίδιες 300 και τους άρεσαν οι ίδιες-συνήθως δε και κριτικά ευνοημένες- 50.)
Anyway, ο Sly στο αγαπημένο του ημερολόγιο, βρήκε την αφέλεια και την αλήθεια των 30 του χρόνων, τώρα πια είναι συνταρακτική και εμπνευστική στο διπλάσιο βέβαια, ενώ πείστηκε, επιτέλους, και για την σκηνοθετική του πληρότητα.
Thanks man…

3. MILLION DOLLAR BABY (2004), Clint Eastwood, director
Σα να μην έφτανε το ευλογημένο pace κι ο αξεπέραστος σκηνοθετικός τόνος, που άνθρωποι, πλάνα και ιστορία εισπνέουν ανθρωπιά κι αντιγυρίζουν ό,τι χρειάζεσαι για να ζήσεις, έρχεται μια ανεπανάληπτη στροφή δραματουργίας στα τρία τέταρτα και το καθιστά από τις πιο μοντέρνες ταινίες που παρήγε το Hollywood στην ιστορία του.

2. MOULIN ROUGE (2001), Baz Luhrmann, director
Πρωτοποριακό και στην ουσία ανεπανάληπτο, αυτό πρέπει να είναι η φυσική ολοκλήρωση ενός κινηματογραφικού είδους που, προσθέτοντας μια μοναδική κατασκευαστική δεξιοτεχνία, μια σύνοψη της ποπ μουσικής του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα και μια αγέρωχη ρομαντική πνοή καθαρού μελοδράματος, καταλήγει σ’ ένα από τα πολιτισμικά φαινόμενα που έδωσε το σινεμά στην δεκαετία που τελειώνει.

1. GRAN TORINO (2008), Clint Eastwood, director
Η δεκαετία του ανήκει δικαιωματικά στα μάτια μου, κάτι που θα συνέβαινε και χωρίς αυτό, εξ΄αιτίας ενός συνολικού έργου στην δεκαετία που, κατά την γνώμη μου, αντιπαραβάλλεται μόνο με κείνο του Hitchcock στην δεκαετία του ’50. Μιας όμως και βρεθήκαμε στην χώρα του Gran Torino, ας πω πως εδώ υπάρχει η αυτοανακεφαλαίωση και η τελική αυτοαποδόμηση μιας Εικόνας του 20ου αιώνα – και το «αυτο» είναι όλη η ουσία. Πόσοι το κατάφεραν…

Η.Δ.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

20-11 (Η.Δ)

20. ONCE (2006), John Carney, director
Οι ταινίες λίγων, μένουν πάντα ταινίες λίγων, όσο ελιτίστικο κι αν ακούγεται αυτό. Μυστηριωδώς τούτο εκθειάστηκε τρία χρόνια πριν, σήμερα δεν το θυμάται σχεδόν κανείς. Εγώ το είδα πριν μια βδομάδα και μου κατέστρεψε τη λίστα. Πως αλλιώς όμως όταν μια γυναίκα κοιτάζει έναν άνδρα «and makes him wanna be a better man» που λέει κι ο Jack στο As Good As It Gets, ή ένας άνδρας κοιτάζει μια γυναίκα σαν να κρύβονται στα χείλια της όσα κίνησες στην ζωή σου να μάθεις. Υπάρχει εδώ τέτοιο κοίτασμα ειλικρίνειας που να σου θυμίζει πως αν δεν μπορείς να είσαι αυτός που ψάχνω, μη με κοιτάζεις καν. Και υπάρχουν και τα τραγούδια του Hansard, που ο ίδιος ξέρει να φθογγίσει όπως ακριβώς τους αναλογεί. Και τι τέλος Θεέ μου..

19. SE, JIE (2007), Ang Lee, director
Εκτός από σκηνοθετική πανδαισία και σβηστό πολιτικό σχόλιο, το Se, Jie είναι πάνω απ’ όλα μια σπουδή στην γονιμοποίηση του πόθου από την αγάπη και στην απόδοση της εξακολουθητικής ήττας της επανάστασης σε απώτατα ρομαντικά αίτια, εκείνα ίσως που είναι και η ρίζα της επανάστασης καθ’ αυτής.

18. SOLARIS (2002), Steven Sonderbergh, director
Οι συγκρίσεις δεν αποφεύγονται και είναι εισβάρος του σοβιετικού φιλμ. Όχι γιατί είναι υποδεέστερη ταινία – είναι απείρως σημαντικότερη – αλλά γιατί διαθέτει μια πλήρως ανεξερεύνητη με σημερινά, προσωπικά φυσικά, μέτρα, πτυχή. Αυτήν μιας ρομαντικής ενηλικίωσης μέσα στην οδύνη της απώλειας, της ενοχής, της άρρητης θλίψης και της συναισθηματικής απονεύρωσης.

17. HABLE CON ELLA (2002), Pedro Almodovar, director
Αυτή πρέπει να είναι η πιο παράξενη εξομολόγηση ενός σκηνοθέτη, στηριγμένου στις παράξενες εξομολογήσεις. Ένας ψίθυρος αρσενικής ευαισθησίας από έναν gay σκηνοθέτη που μοιάζει ν΄αμφιταλαντεύεται (pun intended), μια μομφή στον θάνατο, μια λυρική, πολυπρόσωπη, κάποτε αινιγματική, ωδή στο ζωογόνο έρωτα (και τις ειρωνείες του) κι ένα ασπρόμαυρο παραμύθι, πλήρους ευθαρσούς ωριμότητας που εικονογραφεί την περιπτεριακή ψυαχανάλυση με τρόπο οριακού αυτοξεμπροστιάσματος.

16. CACHE (2005), Michael Haneke, director
Όσο δύσκολο είναι να γράψεις χωρίς να αποκαλύψεις καίρια «αινίγματα» του φιλμ, άλλο τόσο να πείσεις για την κινηματογραφική γοητεία ενός τόσο έντονα διανοούμενου φιλμ, που ανακαλύπτει μέσα στην λεπτομέρεια του καθημερινού, την σαρωτική εξαφάνιση της διαφορετικότητας αλλά και την κατατροπωμένη αγωνία της ύπαρξης που κείτεται κρυμμένη στις πιο ανομολόγητες αντιδράσεις και συμπεριφορές.

15. THE ROAD TO PERDITION (2002), Sam Mendes, director
Μια ιστορία της ενηλικίωσης δύο γιών, ενός που θα ζήσει τις τελευταίες, μα όμορφες και μοναδικές, στιγμές με τον πατέρα του κι ενός που τον λατρεύει και τον σέβεται μα τον κυνηγά και τον εκδικείται. Παρά την (άγια) κλασσική μορφή και το αφηγηματικό στυλ που επιτάσσει το φιλμ εποχής, τέτοιο ρέκβιεμ δεν μπορεί παρά να ενδυθεί την σιωπή και την βροχή στο ελεγειακό του φινάλε.

14. MINORITY REPORT (2002), Steven Spielberg, director
Περίτεχνο οπτικά, ανώτερο στις συνθέσεις του από το A.I. (αν και εικαστικά μοιάζει σχεδόν σαν sequel), πλήρως ενταγμένο στο χιτσκοκικό, ηθικό του περιβάλλον, εναρμονισμένο με την ανησυχία της war on terror εποχής του, το Minority ακουμπά την κορυφή σκηνοθέτη/πρωταγωνιστή, αποτυγχάνει ανεμενόμενα στα ταμεία (χάνοντας εξ’ ισου αναμενόμενα από το Lilo & Stitch, θυμάμαι, εντός Αμερικής…) κι αποτελεί ένα απ’ τα καλύτερα παραδείγματα ταινίας «μεγάλου» κοινού που η κριτική δεν άργησε τραγικά ν’ αντιληφθεί.

13. HIGH FIDELITY (2000), Stephen Frears, directors
Η υπόθεση «αν ο Woody Allen ήτανε ροκάς» είναι αβάσταχτα υπέροχη για να την αρνηθείς. Αν μάλιστα προσθέσεις ορισμένα πράγματα που ο Hornby τα γράφει στο πόδι, τον τελειοιδεώδη Cusack, τον Jack Black σε ντελίριο και τον Todd Louiso να μας θυμίζει αγαπημένους συμμαθητές, τότε μένει το αξέχαστο φαντασιοξυλίκι στον χάρε κρίσνα Robbins, με κλωτσές και ταμειομηχανές στο κεφάλι. Μήπως να έλεγα απλώς ο Λεμπόφσκι της δεκαετίας;…

12. MYSTIC RIVER (2003), Clint Eastwood , director
Μια άτυπη τριλογία με θέμα την παιδική κακοποίηση, και ό,τι αυτό συνεπάγεται, ξεκινάει εδώ. Ο Eastwood κι ο Helgeland ξαναδιαβάζουν τον Shakespeare – κι ας λέει ο πρώτος στις Κάννες πως «απλώς γύρισε μια ιστορία που του άρεσε»…
Τέτοιος φαταλισμός δεν απαντάται συχνά, το ίδιο το σινεμά ξαναγυρίζει στην εποχή που οι χαρακτήρες οδηγούσαν το άρμα με μοναδικό εφφέ τις ερμηνείες κι ένας μυστικός αέρας βασάνου, που ο Eastwood γνωρίζει καλά στο σύνολο της φιλμογραφίας του, αλλά ποτέ παρόμοια, αρχίζει να πνέει βασανιστικά εντός σου για πάντα μετά το τέλος της. Όταν ο ωρολογιακός μηχανισμός που ξεκινάει στο τέταρτο, εκραγεί στο παράλληλο μοντάζ της αποκάλυψης, δεν θα ‘χει μείνει παρά μια χειρονομία του αστυνόμου στον βασιλιά.

11. LORD OF THE RINGS TRILOGY - ειδική μνεία: THE TWO TOWERS (2002), Peter Jackson, director
Πρέπει να ομολογήσω πως την πρώτη φορά που είδα και τις τρεις ταινίες, τράβηξα από έναν σχεδόν τρίωρο, μακάριο ύπνο – που μάλιστα δεν περιείχε καν όνειρα από την ταινία και δεν διακόπτονταν από ταρατατζούμ, κλαγγές, κραυγές και Howard Shore ενορχηστρώσεις. Πραγματικά μυστηριωδώς αγόρασα τις uncut εκδοχές (τέσσερεις ώρες έκαστη) και…μολύνθηκα. Τώρα πια χωρίς πολλά πολλά, τούτο είναι η κορυφαία μυθοποιΐα των καιρών μας, αρκεί να το προσεγγίσεις όπως του αρμόζει.

Η.Δ.

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

30-21 (Η.Δ)

30. UNBREAKABLE (2000), M. Night Shyamalan, director
H προσωπική μου αγαπημένη του σκηνοθέτη, συγκεντρώνει πάνω στο πρόσωπο του Willis – επίσης στην αγαπημένη μου στιγμή του στο σινεμά – όλη την μελαγχολία του ιδιαίτερου ανθρώπου που δεν ζήτησε την ιδιαιτερότητα αυτή, του προικισμένου που θα προτιμούσε τη ζωή του απροίκιστη. Την ίδια στιγμή ένα παιδί, τόσο απλά, ζητάει απ’ τον μπαμπά του να είναι σούπερμαν, και μια γυναίκα δεν είναι πια κοντά «αφού ξύπνησα μια νύχτα από κακό όνειρο και δεν σου το’πα»…
Α! Παίζει και μια ιστορία με κάτι κόμικς κι έναν real life villain που ψάχνει το αντι-ταίρι του…

29. THE OTHERS, (2001), Alejandro Amenabar, director
Λαμπρά ευρηματική αναστροφή της μυθολογίας του ghost genre, φέρει το βαρύ φωτογραφικό στίγμα του σημαντικού Javier Aguirresarobe, μα κυρίως την ευαισθησία της γραφής του Αμενάμπαρ. Που, μεταξύ άλλων, σκιαγραφεί μια επιδραστική (Orfanato) ιστορία εμμονοληπτικής μητρότητας, ενώ δεν παραλείπει to scare the holy clusterfuck out of you, για μιάμισι ώρα. Μία απ’ τις πέντε καλύτερες ερμηνείες της Kidman, επίσης.

28. INDIANA JONES AND THE KINGDOM OF THE CRYSTAL SKULL (2008), Steven Spielberg, director
Το τεστ «πόσο μαλάκας γίνεσαι μεγαλώνοντας» ήταν το περσινό κόμιστρο του Indy στις αίθουσες. Κάποιοι κριτικοί απάντησαν, λογικά, «όσο ο Harrison Ford», ευτυχώς οι πανταπαιδίζοντες εξ’ ημών είχαν άλλη γνώμη. Παίζει να ‘ναι και το καλύτερο της σειράς, είναι σίγουρα το πιο auteurίστικο για τον Spielberg, άλλα πάνω απ’ όλα είναι σίγουρα εκείνο που για μια χρόνια ακόμη με ησύχασε πως η γη εξακολουθεί να γυρίζει κανονικά, οι εξωγήινοι είναι ολούθε και τα κλασσικά εικονογραφημένα του σινεμά δεν ξεθώριασαν ακόμη. Hats off to Indy everyone!

27. CASINO ROYALE (2006), Martin Campbell, director
Η σειρά του Bond μπορεί να είναι ό,τι εμπορικότερο ανέδειξε το βρετανικό σινεμά, μπορεί πολλοί να το απορρίπτουν σαν προτεκτοράτο ενός καπιταλιστικού σινεμά και των παρελκόμενών του. Η άλλη όψη είναι πως διακρίνει μια πολύ ειδική μερίδα σινεφίλ ανδρών που ζούνε το δικό τους φαντασιωτικό παραμυθι – και they prefer things that way. Εδώ ο λόγος αυτής τους της φαντασίωσης αναγεννάται πλήρως, συνεπικουρούμενος μιας από τις ωραιότερες ιστορίρες αγάπης που είδανε στην δεκαετία.

26. L’ HOMME DU TRAIN (2002), Patrice Leconte, director
Θέλει ένα ειδικό κινηματογραφικό νευρώνα σε λειτουργία για να βάλεις τον Rochefort απέναντι στον Hallyday, είναι κάτι σαν να χρησιμοποιούσες τον Αθηνόδωρο Προύσαλη απέναντι στον Παπακωνσταντίνου και να περίμενες το κοινό να το χάψει. Τα ετερώνυμα όμως κουβαλούν μια ιδιαίτερη έλξη, κάποτε θέλουν να συμβαδίσουν. Κι οι φορτισμένοι αντίθετα άνθρωποι μπορεί να βρεθούν να χρειάζονται όχι μόνο ο ένας τον άλλον, αλλά ο ένας την ζωή του άλλου. Μπας και βρουν την δικιά τους Avalon. Βέβαια τέτοιο κλέψιμο η ζωή δεν το σηκώνει, τουλάχιστον όχι για όλους, την ώρα που ο Leconte κινηματογραφεί με ζηλευτή απλότητα τα διαστήματα που προσπαθούμε να γεφυρώσουμε.

25. ΤΗΕ QUIET AMERICAN (2002), Phillip Noyce, director
Πάντα τυχερός στις κινηματογραφικές μεταφορές του ο σπουδαίος Graham Greene (Brighton Rock, End of the Affair, Third Man, Our Man in Havana), τυγχάνει εδώ μιας ειδικής, αριστουργηματικής μεταχείρισης. Το ερωτικό τρίγωνο των ανθρώπων, γίνεται το πολιτικό τρίγωνο των χωρών, η σχέση του Caine με τον Fraser, ένα κλονιστικό δείγμα ανδρικής φιλίας, εν μέσω σύγκρουσης για μια γυναίκα και αντικρουόμενων συμφερόντων. Η σκηνοθεσία-έκπληξη του Noyce, βρίσκει έναν αξέχαστο σύμμαχο στο κουρασμένο πρόσωπο του Michael Caine, που στοιχειώνει ολάκερο το φιλμ με το σπαρακτικό, υγρό παραιτημένο του βλέμμα.

24. KING KONG (2005), Peter Jackson, director
Από την σημειακή χρήση λέξεων του Ρομαντικού λεξιλογίου, ως την εκπληκτικής ατμοσφαιρικότητας νυχτερινή αναχώρηση του πλοίου κι από την σταδιακή είσοδο στον ομιχλώδη άλλο κόσμο της Νήσου του Κρανίου στην μετάβαση στην καρδιά του ερέβους της μοντέρνας μεγαλούπολης, ο Kong είναι πόνημα που οφείλει στον 19ο αιώνα του Ρομαντισμού και στον 20ο του κινηματογράφου, όλο του το είναι. Ο έρωτας ενός γιγάντιου γορίλα για μια μικροσκοπική ξανθιά είναι εξωφρενικός, σχεδόν όσο και τα κλαμμένα μάτια μας στο αυτοκτονικό «φφφουπ» του αφήματος του Kong απ’τον ουρανοξυστικό ανδρισμό του.

23. MASTER AND COMMANDER (2003), Peter Weir, director
Μια γιορτή σινεμά εκτυλίσσεται ανάμεσα σε διαβασμένες αναφορές αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας και Διαθηκικών αφορισμών. Γιορτή που ο ακριβοθώρητος Weir στήνει ανάμεσα σε δύο κόσμους, τέχνης και στρατιωτικής πολιτικής, φιλίας και έρωτα, λογικής και πρόληψης, αρχοντιάς και διοίκησης. Τα δίπολα αποδεικνύονται σχεδόν αδιαπέραστης σταχυολόγησης, ο πολιτισμός μας κουβαλά πάντα το προπολιτισμικό του παρελθόν κι όλ’ αυτά μέσα από μια κινηματογράφηση πιο πολύ επηρεασμένη απ’ την ζωγραφική του 18ου αιώνα, παρά τις ναυτικές περιπέτειες του ’30..!

22. VICKY CRISTINA BARCELONA (2008), Woody Allen, director
Βλέποντάς το είχα διαρκώς την άισθηση ότι ο Woody το ξαναβρήκε και μαζί του βρήκα και γω κάτι που το είχα ξεχασμένο. Έμαθα ότι είναι πάντα εκεί, η ταινία τρεις φορές έκτοτε μου το έχει υπενθυμίσει κι η ζωή μου βρήκε ξανά έναν δρόμο. Άλλη κριτική δεν μπορώ να κάνω από δω. Τραβάτε στο κείμενο.

21. ZODIAC (2007), David Fincher, director
Ένα έξοχο, σκοτεινό, αδιαπέραστο ταξίδι στην εμμονή, την αυτοεγκατάλειψη, την πληροφορία και την άγνοια. Αν είχε το συναίσθημα του Pledge θα έλεγα πως κι εδώ υπάρχει η διαπίστωση της απουσίας του Θεού, αλλά δεν σε νοιάζει, οι χαρακτήρες δεν σε νοιάζουν. Η ουσία εδώ βρίσκεται στο θεϊκό, άνωθεν βλέμμα του σκηνοθέτη-δημιουργού, που κινεί τα πιόνια σε μια ξένη παρτίδα απλά και μόνο επειδή έχει το απίθανο ταλέντο να το κάνει. Μια ταινία με θέμα το σινεμά και την σατανική δύναμή του να συσκοτίζει – και να γουστάρεις.

Η.Δ.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

40-31 (Η.Δ)

40. THE WAR OF THE WORLDS (2005), Steven Spielberg, director
Εν αρχή ην ο λόγος και πράγματι ένας σπουδαίος σεναριογράφος, ο David Koepp (Carlitto’s Way, Lost World, Panic Room) μπορεί να συμβάλλει μέγιστα στην όσμωση ενός αμιγούς blockbuster σε εδάφη καθαρής αλληγορίας. Ο Spielberg εξακολουθεί πάντα να χαράζει το έδαφος πάνω στο οποίο το ψυχαγωγικό σινεμά ενηλικιώνεται χωρίς να μεγαλίζει κι εδώ στοιχίζει μια ογκώδη μεταφορά του τι θα πει να τρομοκρατείσαι, να βομβαρδίζεσαι και να τρέχεις. Συνάμα, η διάλυση της οικογένειας μοιάζει εδώ και αίτιο ψευτοπαλλικαρισμού και στρατολαγνείας.
Υπάρχουν εικόνες φυσιογνωμικής απόγνωσης και ποίησης πλήθους σε τούτο, που μοιάζουν παρμένες περισσότερο απ’ τον Αγγελόπουλο παρά τον, αγαπημένο του Steven, David Lean.

39. THE THREE BURIALS OF MELQUIADES ESTRADA (2005), Tommy Lee Jones, director
Εκείνο το ειδικό γονίδιο που «προστίθεται» στην κούνια ειδάλλως χαιρέτα το (και μας), το υπεύθυνο μιας αυτοαναγόρευσης σε ηθικό, αφοσιωμένο, αυταπαρνούμενο άνδρα, ο Jones πρέπει να το ‘χει τριπλό σαν τ’ όνομά του. Δεν έχουν μείνει πολλοί, ο πατέρας Clint, ο Haggis, ο Redford, o Helgeland, ο Mann (του Insider…) και δαύτος, ίσως και λίγοι ακόμα.
Θέλω να πω η επιλογή της ιδέας να κάνεις σκηνοθετικό ντεμπούτο στα 59 σου, με την ιστορία μιας φιλίας που πρέπει, εντελώς ομηρικά, να εξιλεωθεί κι ενός ανερμάτιστου που πρέπει να μάθει να πληρώνει τις συνέπειες της καθημερινής μαλακίας του, δεν είναι και το πιο αναμενόμενο…

38. BROWN BUNNY (2003), Vincent Gallo, director
Αυτοαπορροφημένο, ενοχλητικά αυτάρεσκο για 85 λεπτά, αυνανιστικά ιδιοσυγκρασιακό (πάντα υπό αγγελικό soundtrack, ωστόσο), το Brown Bunny εκρήγνυται ατομικά στο φινάλε του κι από κει και πέρα διαστέλλεται σεισμικά εντός σου μέχρι που να μην αντέχεις τον εαυτό σου χωρίς αυτό. Στο ενδιάμεσο νοιώθεις ανεκδιήγητο κάθαρμα που διαισθάνεσαι πως αν είχες το ταλέντο και τα κότσια του Gallo, θα γύριζες ακριβώς την ίδια ταινία.

37. FINDING NEMO (2003), Andrew Stanton, Lee Unkrich, directors
Δεν θα περίμενα ποτέ πως ένα animated μπορούσε να συναγωνισθεί τον Dumbo, το Alice in Wonderland ή ότιδήποτε από την δεκαετία του ’40 της Disney. Όντως αυτό δεν μπορεί να συμβεί, αλλά υπάρχει πλέον συγκάτοικος. Τέτοια χάρη, τόση πλάκα και αυτή ακριβώς η παιδικότητα ανενόχλητη από την τεχνολογική extravaganza, συνιστά μεφιστοφελικό αδίκημα.

36. NO COUNTRY FOR OLD MEN (2007), Joel & Ethan Cohen, directors
Μέσ’ από την πλάκα και την θριαμβική θεώρηση της ανθρώπινης χαζομάρας, οι Κοέν για δεύτερη φορά εδώ (η πρώτη ήταν το Μεγάλος Λεμπόφκσι) σοβαρεύουν τις απώτερες συνέπειες του έργου τους συναρμολογώντας στον στοχασμό τους πάνω στην εξέλιξη των μύθων στην εποχή μας μια βαθιά, πικρή και μάλλον εσχατολογική αντιμετώπιση ενός κόσμου που ο Θεός εγκατέλειψε.

35. THE MIST (2007), Frank Darabont, director
Ο Darabont λατρεύει το σινεμά κι ο Stephen King τον Darabont. Βέβαια όπως γνωρίζουμε απ’ τους καιρούς της κιουμπρικικής Λάμψης, ο King πιστεύει στον Θεό κι αυτό συνήθως (όχι πάντα) είναι πρόβλημα για το σπουδαίο σινεμά. Έτσι ο Darabont, που ξέρει καλύτερα απ’ τον King, αλλάζει την Παναγία του φινάλε του ομώνυμου βιβλίου του συγγραφέα και ολοκληρώνει με βομβαρδιστικό τρόπο ένα ασυναγώνιστο morality play που φορά την λυκοπροβιά ενός ντελιριακού horror.
Πανάξιο τέλος για την Gay Harden, μην το ξεχάσω.

34. CAST AWAY, (2000), Robert Zemeckis, director
Η τελευταία ταινία του Ζεμέκις στον κόσμο τούτο – διότι αυτό που κάνει τώρα είναι περισσότερο ένας τεχνοεκφραστικός πειραματισμός σε μια, ενδεχομένως, μελλοντική μορφή κινηματογράφου – έχει το touch της μεγάλης ταινίας. Εκείνης που ενώ ποντάρει όλα της τα υπάρχοντα σε μια μονομανή ιστορία επιβίωσης κερδίζει τους λίγους με την υπέροχη coda της, εκεί που πληροφορείσαι πως η ζωή κάποτε δυσκολεύει περισσότερο κι από ένα ερημονήσι κι οι επιλογές τότε στοιχίζουν εξ’ ίσου, αν όχι και περισσότερο. Η τρίτη (τέταρτη, πέμπτη…) ηχηρά μεγάλη ερμηνεία στην ιστορία του πρωταγωνιστή της.

33. MATCH POINT (2005), Woody Allen, director
Χωρίς να είναι κινηματογραφικά πρωτότυπο ή γουντιαλενικά πρωτάκουστο, το Match Point έχει την θέση που είχε το Husbands and Wives 13 χρόνια πριν από αυτό. Είναι μια συνολικά απρόσμενη ταινία, που μοιάζει βεβαρυμένη από έναν Άλεν κυνικότερο του συνήθους, βασανιζόμενο από μια εξακολουθητική τυραννία επίγνωσης πως σ’ έναν αήθη κόσμο, όλα τελικά δεν μπορούν να είναι τίποτα περισσότερο από μια υπολογισμένη συγκυρία.

32. AVIATOR (2004), Martin Scorsese, director
H δεύτερη καλύτερη δουλειά του στα 00ς – η πρώτη είναι το No Direction Home, αλλά δεν βάζω ντοκιμαντέρ – αποψύχει γοητευτικά το πολύπαθο είδος του biopic και το εμβαπτίζει σε λατρεία για το σινεμά σε τέτοιο βαθμό, που να μπλέκει στην συνταγή την πιο μερακλίδικη πτυχή της ζωής του. Kαταλήγει έτσι να φτιάξει στα 00ς εκείνο που έκανε τις τρεις προήγουμενες δεκαετίες με τον Ταξιτζή, τον Τελευταίο Πειρασμό και το Kundun. Όπως έχω πει και αλλού, πραγματικό κρίμα να πέσει στην χρονιά του Million Dollar Baby, άξιζε να έχει πάρει εδώ το (εξοργιστικά καθυστερημένο) πρώτο του σκηνοθετικό όσκαρ.

31. IN THE VALLEY OF ELAH (2007), Paul Haggis, director
Υπάρχει μια σκηνή στην Λεπτή Κόκκινη Γραμμή (της επίθεσης στον καταυλισμό των Ιαπώνων) που συνοψίζει ό,τι μπορεί να ειπωθεί για το ανείπωτο του πολέμου και την κάνει την καλύτερη αντιπολεμική ταινία όλων των εποχών.
Εκείνο που ανακαλύπτει ο πατέρας στην πορεία της διερεύνησης της εξαφάνισης του γιού του από το στρατόπεδο, είναι πως η λεπτή κόκκινη γραμμή καταπατήθηκε. Τρώμε ο ένας τον άλλον και δεν δείχνει να θορυβείται κανείς. Κι επιτρέπουμε στην «πατρίδα» – τους οικονομέτρες της δηλαδή – να προτάσσει την σημαία σαν λάφυρο και προτροπή του κανιβαλλισμού. Ο Πατέρας αναποδογυρίζει την σημαία στο συνταρακτικό φινάλε. Κι αυτό σημαίνει Βοήθεια - προς όποιον μπορεί να νοιαστεί και να προστρέξει.

Η.Δ.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

50-41 (Η.Δ)

50. RAMBO (2008), Sylvester Stallone, director
Πίσω από το μονολιθικό physique, την βαρύθυμη κίνηση και τον ερεβώδη βρυχηθμό ανασαίνει το Θηρίο, η αποτύπωση της Βίας στον καθένα μας ξεχωριστά και στο σινεμά το ίδιο. Μπορείς να λοιδωρήσεις τον μονολεκτισμό που δεν αντιλαμβανέσαι ως το διαζύγιο της Φύσης με τον Λόγο - κανείς δεν θα σου ρίξει τη σφαλιάρα σου. Στο τέταρτο και χαρακτηριστικά ανώτερο μέρος της σειράς, ο Stallone με καντάρια καλλιτεχνικού εγωϊσμού στη φαρέτρα του αποδεικνύεται περισσότερος από υποτυπώδεις επαγγελματίες θεατές – ευτυχώς η Ευρώπη, έστω και αργά το κατάλαβε – κι εκπληρώνει κυκλικά την δαντική πορεία του ήρωά του.

49. THIRTEEN DAYS (2000), Roger Donaldson, director
Στην πολλή κουβέντα που γίνεται γύρω απ’ το τι είναι πολιτική ταινία, ξεχνάμε την ταινία που περιγράφει με εξονυχιστική ακρίβεια, αλλά και οικονομία, την διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων, τον φόβο εφαρμογής τους και την αναμονή των συνεπειών. Το Thirteen Days, χωρίς τους σαιξπηρισμούς του Nixon, είναι ακριβώς αυτό και, άρα, ακόμα καλύτερο στο είδος του.

48. OCEAN TRILOGY - ειδική μνεία Ocean’s Eleven (2001), Steven Sonderbergh, director
Είναι κάτι φορές που το σινεμά παίρνει το stardom παραμάσχαλα και γιορτάζει. Εδώ το πάρτι κρατάει δύο συνέχειες – αν και θα ήθελα κάθε χρόνο από ένα να πω την αλήθεια. Φανταστικό σκηνοθετικό timing, τρελλή χημεία Clooney-Pitt, Caan-Affleck, Damon (με όλους), heists to remember και, πόσο άδικο, άψογο date movie εδώ που τα λέμε.

47. THE PRESTIGE (2006), Christopher Nolan, director
Οι ανησυχίες του Nolan βρίσκουν εδώ την μεγάλη τους ολοκλήρωση, σ΄ένα θρίλερ οφθαλμαπάτης, σ’ ένα θρίλερ για το ίδιο το σινεμά. Δυο είδη μάγων, δύο είδη σκηνοθετών. Ένας…Spielberg εναντίον ενός Godard, ένας αφηγητής που φωτίζει το περιτύλιγμα για να συσκοτίσει το περιεχόμενο κι ένας αντιαφηγητής που αδιαφορεί για τη συσκευασία αρκεί να κρατήσει το αίνιγμα άθικτο. Ο πόλεμος της δημιουργίας μαίνεται πάντα…

46. ΤΗΕ PLEDGE (2001), Sean Penn, director
Δεν θυμάμαι και πολλές ταινίες που να αποτύπωσαν την απουσία του Θεού, καλύτερα από τούτο το βάναυσα παραμελημένο έργο του αψεγάδιαστου Penn. Τουλάχιστον όχι από τότε που ο Bergman κατέληξε σε αυτή 46 χρόνια πριν.

45. CLOSER (2004), Mike Nichols, director
Υπό νορμάλ συνθήκες, ο Νίκολς δεν μπορεί να χωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα, που λεν και στο χωριό μου. Όχι να μας διαβολοστείλει σαν glossy Κασσαβέτης πριονίζοντας το γαμόκλαδο των σύγχρονων σχέσεων και προσεγγίζοντας τελικά τόσο κοντά στο πρόσωπο της σημερινής σεξουαλικής νεύρωσης, που ν΄αποκαλύπτεται πως η εφηβοακμή τελικά φεύγει μαζί με την τελευταία στύση.

44. 25TH HOUR (2002), Spike Lee, director
Πίσω απ’ την κουΐντα του clubbing του μικρογκανγκστερισμού, της υφέρπουσας φυλετικής έντασης και μιας μεγάλης τρύπας εκεί που ήταν οι (φρικαλέοι) δίδυμοι πύργοι, καραδοκεί η αιμορραγία ενός παραληρούντος τραύματος μιας ακρωτηριασμένης (πολυθρύλητης) αθωότητας, το γρονθοκόπημα πως ήρθε η ώρα να πληρώσεις τα κρίματά σου.
Εξαιρετική σάρωση του δωρεάν τοις σήμερον και λυπημένο αγνάντεμα του νέου κόσμου, όχι πια τόσο νέου πλέον.

43. THE PASSION OF THE CHRIST (2004), Mel Gibson, director
Μπορεί οι Scorsese/Schrader να το κόμισαν στο σινεμά, όμως τούτο δω δεν θα μπορούσαν να το γυρίσουν ποτέ. Χρειάζεται μια ειδική ψυχοπάθεια, που ο Gibson διαθέτει κοιτασματικά, ένα θράσος να πορνογραφήσεις την βία με Ντραγιερική προσήλωση και την auteurίστικη αυθεντικότητα να συνδυάσεις την προηγούμενη με ειλικρίνεια θρησκευτικής πίστεως αλλά και με τα υπαρξιακά βαρίδια ταύτισης του μαρτυρίου του Θεανθρώπου με το βάσανο του Ανθρώπου, σκέτο.

42. TROLOSA (2000), Liv Ullmann, director
Δέκα ταινίες και μια κόρη αργότερα, η Ullmann δικαιούται να παίρνει ένα σενάριο του άρχοντα της ψυχοεγκατάλειψης Bergman και να το δρομολογεί αριστοτεχνικά στην μεγάλη οθόνη. Το φάντασμα του Σουηδού μπαινοβγαίνει ανύποπτα και διαρκώς, υπάρχει μια ρευστή αίσθηση συγγνώμης κι αμετανόητου συνάμα, ένας οδυρμός για τις πληγές που καταφέρνουμε στον διπλανό μας.
Πιο σίγουρο χέρι απ΄της Ullmann γι’ αυτήν την απεικόνιση της ηδονής και του πόνου των σχέσεων, δεν θα μπορούσα να φανταστώ.

41. DOGVILLE (2003), Lars von Trier, director
Ο σπιθαμιαίος Δανός, αυτός ο περίεργος, προκλητικός ταλαντούχος τύπος, κάτι σαν αταξίδευτος Πολάνσκι, αντιλαμβάνεται την Αμερική όπως μόνο κάποιος που δεν την έχει επισκεφθεί στην πραγματικότητα ποτέ θα μπορούσε: Σαν έναν κατάμαυρο πίνακα με χαρακιές κιμωλίας, έναν ερημωμένο, πρωταρχικό, «νέο» τόπο, τον οποίο κατοικούν οι πρωτοκλασάτοι πουριτανοί πρωτοκαπιταλιστές στους οποίους δεν αξίζει η αγαθότητα μιας νέας θρησκείας, αλλά η ανωθεν φωτιά της παλαιοδιαθηκικής κληρονομιάς τους. Αντιδραστικό και υπέροχο.

Η.Δ.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

60-51 (Η.Δ)

60. CATCH ME IF YOU CAN (2002), Steven Spielberg, director
Πέρα από κάποιες εμβληματικές του ταινίες, ο μέγας Steven γίνεται κάθε δεκαετία όλο και καλύτερος. Κι εκείνο που ανέκαθεν ήταν εκπληκτικό με δαύτον ήταν η μαγική του ικανότητα να ενδύει το σημαντικό με το αβασάνιστο, τον στοχασμό με την ψυχαγωγία. Εδώ, οι μηχανισμοί του θεάματος είναι το κλειδί, η μοναξιά των πρωταγωνιστών έχει heartbreaking στιγμές (όπως όταν ο Hanks γελά που ο Di Caprio του τηλεφωνεί Χριστούγεννα λέγοντάς του πως είναι μόνος, ενώ ο ίδιος δουλεύει καταμόναχος στα γραφεία του bureau) κι ο Spielberg, για μια ακόμα φορά, θρηνεί τον χαμό της αγαπημένης του Οικογένειας.

59. BLOOD WORK (2002), Clint Eastwood, director
Όσα είπε εδώ ο Clint τα ξανάπε ο Ινιάριτου ενάμισι χρόνο μετά στα 21 Γραμμάρια. Ο Sean Penn μυρίστηκε την απάτη και στο καπάκι συνεργάστηκε με τον γνωρίζοντα για να μην τον ξαναπούν καθυστερημένο – αρκετά άκουσε με τον «full retard» Sam…
Οι εξυπνάκηδες κολλήσανε που κατάλαβαν τον δολοφόνο στα μισά – εγώ τον κατάλαβα όταν μου τον είπε ο Clint – οι υπόλοιποι το ΄χαψαν στα περί δημιουργικής παρακμής. Την επόμενη χρονιά ο παρακμάζων τους πέταξε το Μυστικό Ποτάμι κατάμουτρα.

58. THE VILLAGE (2004), M. Night Shyamalan, director
Ο δύστυχος ινδοαμερικανός έχει ακούσει τα ανήκουστα από τούτο και μετά, αλλά εφημεροκριτική – και θεατές που την ακολούθησαν – δεν έγιναν ποτέ ξακουστοί για την κινηματογραφική τους ευδαιμονία.
Μέγιστος της λεπτομέρειας, χιτσκοκικής δυνατότητας σασπενσιονιστής (sic) και ακραιφνής παραμυθάς, εδώ μιμείται τον Serling του Twilight Zone κι εξάγει δίδαγμα αντιμισαλλόδοξο, αντεθνικιστικό και αντιγονεϊκό που σαρώνει.

57. ΤΗΕ MANCHURIAN CANDIDATE (2004), Jonathan Demme
Θρίλερ πολιτικής παράνοιας, ριμέϊκ του έξοχου φιλμ του Frankenheimer, με τον Demme σε διαβολεμένη φόρμα και με κείνα τα ζαλιστικά, αργά close up που δεν ξεχνάς ποτέ. Ίσως τελικά δεν είναι τόσο ο πόλεμος που αποκτηνώνει, όσο αυτή η βλακεία μας να τονώνουμε εκείνους που τον υποθάλπουν. Παρεμπιπτόντως: Η Streep έπρεπε να έχει τσιμπήσει ένα ακόμα οσκαράκι εδώ.

56. INSOMNIA (2002), Christopher Nolan, director
Αν ο όρος «συνειδησιακό θρίλερ» είναι καθόλου δόκιμος, τότε το Insomnia πρέπει να είναι η textbook ‘00ς εκδοχή του. Σαφώς ταινία επανειλημμένων θεάσεων, μεγαλώνει κάθε φορά βασισμένη σε μια περίλαμπρη απεικόνιση του χαμού στο μυαλό ενός ανθρώπου που δεν μπορεί ν΄απεγκλωβιστεί απ' το παρελθόν. Κολασμένα σκοτεινό, αν και λουσμένο στο αλασκανό φως, με την μοναδική πραγματικά μεγάλη ερμηνεία του Pacino στην δεκαετία.

55. HANNIBAL (2001), Ridley Scott, director
Μπαίνοντας τρομερά προκατειλημμένος εναντίον της – και πολύ πολύ επιφυλακτικός για τον ανερμάτιστο σκηνοθέτη της – δεν άργησα να συνειδητοποιήσω πως τούτο είναι μια λουσάτη, υπερστυλιζαρισμένη, μαύρη κομεντί σε φλωρεντιανό φόντο, γεμάτη αξέχαστα set pieces, (t)a(t)άκες που σε φτιάχνουν, καθαρή πρόκληση του MPAA rating (if you can’t keep up the conversation…) και φινάλε ενός από τους μεγάλους διεστραμμένους έρωτες της οθόνης. Ίσως μόνο έτσι θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στον αξεπέραστο προκάτοχό του.

54. THE HOURS (2002), Stephen Daldry, director
Οι Ώρες μιας ταραγμένης γαλήνης, που όλα αναποδογυρίζουν στις σημασίες τους. Οι Ώρες μιας ζωής που μοιάζει να ξεγλυστρά, οριοθετημένη πάνω σε κανόνες άλλων. Οι Ώρες που αναλογίζεσαι πως οι δικοί σου κανόνες δεν εφευρέθηκαν ακόμη. Οι Ώρες που δαγκώνεις τα χείλια σου για να υπάρξεις. Και κείνες που τα δαγκώνεις για να συνυπάρξεις. Κι εκείνες που δαγκώνεσαι να νικήσεις την ορμή να πάψεις να υπάρχεις.
Οι Ώρες της προετοιμασίας. Οι Ώρες του άγχους να ευχαριστήσεις, να ευγνωμονήσεις, να δώσεις στον καθένα της ζωής σου αυτό που κέρδισε. Οι Ώρες του πάθους – που εγκλωβίζεται και της απάθειας που σε εγκλωβίζει. Οι Ώρες του παρελθόντος που σιγουρεύει το μέλλον, καθορίζοντας το παρόν. Οι Ώρες του μεταξύ μας που θες να προστατεύσεις. Κι όλο λιγοστεύουν. Οι Ώρες ό,τι έχουμε, είχαμε και ποτέ θ’ αποκτήσουμε.
Οι Ώρες της συνειδητοποίησης. Ζωή είναι κείνο που σου συμβαίνει όταν σχεδιάζεις το μέλλον σου, είπε κάποιος. Οι Ώρες της αποδοχής, των στιγμών, των βλεμμάτων, της ποίησης, των λεπτομερειών, των κενών, των αποστάσεων, των βημάτων, των διαδρομών, της μνήμης, των οσμών, των αποδράσεων, της ψυχής, του πόνου, της εγκατάλειψης, της αδυναμίας, της τελικής παραίτησης.

53. OPEN RANGE (2003), Kevin Costner, director
Είναι κάποιοι δημιουργοί που στις φλέβες τους τρέχει γουέστερν – και το ξέρουν. Ο Costner είναι ένας απ’ αυτούς, κι ας έχει κάνει μόνο δύο. Αυτό είναι το καλύτερό του, φορτωμένο δυο ήρωες συλληφθέντες ανάμεσα σε δύο εποχές, αναγκασμένους να εφαρμόσουν το πρέπον δίκαιο αλλά και να χωρίσουν ακολουθώντας ο καθένας την προσωπική του συγκυρία.

52. SLEUTH (2007), Kenneth Branagh, director
Η κριτική το κατέσφαξε, αγνοώντας αναμενόμενα τόσο το θεματικό μοτίβο του πρωτοτύπου, όσο και τον δάκτυλο Pinter στο νευροσεξουαλικό ξαναδιάβασμα της ιστορίας. Είναι ακριβώς η στιγμή που η αμήχανη κριτική ασχολείται με ευκολίες όπως οι ερμηνείες ηθοποιών, αντί με ερμηνεία κειμένου. Αναμφίβολα το καινούριο Sleuth θα χαθεί στον χρόνο, κάποιοι όμως θα ανατρέχουν σ’ αυτό όταν αναμοχλεύουν τον αιματηρό ενδοπόλεμο στο μυαλό ενός άνδρα.

51. SIDEWAYS (2004), Alexander Payne, director
Είναι κάποιοι δημιουργοί που ξέρουν να υφαίνουν τον ιστό της ανθρώπινης κωμωδίας, με μια συναρπαστική ελαφρύτητα που γεννά από μόνη της τον γλυκόπικρο σαρκασμό της ζωής. Ο Brooks είναι ένας από τους παλαιότερους, ο Payne με αυτό χρίζεται πρίγκηπας των κατάτι νεότερων.
Θα μου πεις βέβαια, Giamatti παρόντος, πάσα αρχή…

Η.Δ.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

70-61 (Η.Δ)

70. THE HILLS HAVE EYES (2006), Alexandre Aja, director
Από την δυναστευτική λαίλαπα των χείριστων horror ριμέϊκς των τελευταίων 7-8 ετών, το Hills Have Eyes δεν είναι απλά το καλύτερο, υπερβαίνει και το πρωτότυπο. Έχοντας για κέντρο σ’ αυτό το αιματοβαμμένο darting game την οικογένεια, την μετατροπή της στον σύγχρονο καπιταλισμό από θεσμό σε αξία και τον συνεπακόλουθο πλήρη κονφορμισμό των πρώην επαναστατών/νυν οικογενειαρχών, λούζει στο αίμα το μαρτύριο των επόμενων για χάρη των προηγούμενων, ακρωτηριάζει το παρόν – που στο παρελθόν ήταν το μέλλον για το οποίο όλοι κόπτονταν – και, δόξα τω Θεώ, σφάζει πριγκηπική βλακεία και ενδύματα πολιτισμού σύσσωμα και διεξοδικά.

69. VANILLA SKY (2001), Cameron Crowe, director
Μακράν πληρέστερο του ισπανικού πρωτοτύπου, βοηθούσης και της απατηλής λάμψης της ματαιοδοξίας που προσδίδει ο έξοχος Cruise, το πόνημα του Crowe έχει πολλά να πει σε κείνους που αφαιρούν γκρίζες τρίχες κάθε πρωΐ και αδυνατούν να πουν όχι όταν πρέπει και τίποτα στους υπόλοιπους.

68. TRAINING DAY (2001), Antoine Fuqua, director
Ερμηνευτική αναμέτρηση μεγεθών, ένας Washington επιβλητικά ασυμμάζευτος και μια πεζοδρομιακή, 24ωρη, κατάβαση στο έρεβος της αυτοδίκαιας μπατσοηθικής – και της περήφανης, κι ίσως κάπου αξιοθαύμαστης, έκπτωσής της. Ο Fuqua εδώ με γέμισε ελπίδες, της δικαίωσε όμως μόνο στο Lightning in a Bottle (άντε και στο King Arthur) όντας σε αργή πτώση έκτοτε.

67. CRASH (2004), Paul Haggis, director
Το για πολλούς αδικαιολόγητο Όσκαρ εκείνης της χρονιάς, μπορεί κάποτε να συγχέει το μεγαλειώδες με το στομφώδες, κι ίσως να είναι πιο επιτηδευμένο απ’ όσο αντέχουν οι όψιμοι λάτρεις του σινεμά verite. Δεν πειράζει.
Υπάρχει Altmanικός απόηχος και μάλιστα ουμανιστικά ανανεωμένος, υπάρχει η σκηνή που ο Matt Dillon σώζει την Thandie Newton και υπάρχει και το κοίτασμα ειλικρίνειας ενός μεγάλου ηθικού δημιουργού που είναι ο Paul Haggis. Να μάθεις να σου αρκούν.

66. TROPIC THUNDER (2008), Ben Stiller
M’ ένα εξαντλητικά αστείο πρώτο τρίλεπτο κι έναν Downey Jr. στον ρόλο ενός αδιανόητου αυστραλιανού μεθοδίστα, κατόχου πέντε όσκαρ, που υποβάλλεται σε εγχείρηση αλλαγής χρώματος και εν συνεχεία αδυνατεί όχι μόνο να μιλήσει αλλά και να σκεφθεί σαν λευκός, το Tropic Thunder αποκαλύπτει την κωμική ιδιοφυΐα του Stiller σε όλο της το μεγαλείο, συγκινεί που δείχνει πως το πνεύμα του Jerry Lewis αχνοανασαίνει ακόμα στους δαιδάλους των majors και, τελικά, συστήνει μια γνήσια σατιρική – και ποτέ λοιδωριστική – κωμωδία σ’ ένα μεγαλύτερο κοινό.

65. BEFORE SUNSET (2004), Richard Linklater, director
Ο συζητημένος Linklater, εννέα χρόνια μετά το Before Sunrise, συναντά ξανά τους 25άρηδες που, τώρα πια είναι 35άρηδες. Κι αυτά που συζητούν, τα γράφουν πλέον οι ίδιοι. Hawke και Delpy είναι αυτή τη φορά βαρύτεροι, μελαγχολικότεροι, αβεβαιότεροι κι όσα ο χρόνος έφερε άφησαν την γλυκιά τους πίκρα γύρω απ’ το χαμόγελο. Ο Ελύτης έλεγε πως από τα 20 στα 30 είναι περισσότερος χρόνος απ’ όσο από τα 30 στα 70.
Περίπου έτσι…

64. WO HU CANG LONG (2000), Ang Lee, director
Με μια σκηνοθεσία ονειρική, ένα ολόκληρο ασιατικό είδος παγκοσμιοποιήθηκε, μια κινηματογραφία βρήκε μια καινούρια μόδα ν’ ακολουθήσει, δυτικό κοινό και κριτική εκστασιάσθηκε κι όλοι μαζί μονοφωνήσαμε διθυράμβους για έναν από τους αυθεντικότερους εικονοκλάστες της εποχής μας.

63. THE MAN WHO WASN’T THERE (2001), Joel & Ethan Cohen, directors
Πρακτικά αλάνθαστοι στην δεκαετία των 00ς – όπως και σε κάθε άλλη δεκαετία, αφού ρωτάς – οι αδελφοί Κοέν εδώ κινηματογραφούν την μαύρη τρύπα μιας ύπαρξης, με τον τρόπο που μόνο αυτοί μοιάζουν να ξέρουν. O Bob Thornton είναι (ξανά) υποδειγματικός στον ρόλο ενός ανθρώπου υπό εξαφάνιση, υπάρχει μια ατμόσφαιρα Fargo κάπου στο βάθος, ενώ, κλασσικά, η καθαρή, κιουμπρικική ανοησία υπονομεύει κάθε κίνηση των δύσμοιρων χαρακτήρων.

62. PUBLIC ENEMIES (2009), Michael Mann, director
Ο Mann φοράει το περίεργο ρολόϊ του, που μπορεί να γυρνάει επτά δεκαετίες πίσω βάζοντας την ίδια στιγμή ξυπνητήρι για καναδύο μετά και δραματουργεί αλα ‘30ς ενώ εικονοποιεί αλά ‘030ς. Εκείνο που μένει ευλογημένα αμετάβλητο είναι ο αυτοβυθιζόμενος ανδρικός του κόσμος, ρομαντικοποιημένος όσο δεν παίρνει και κείνη η χαρισματική σινεφιλία του που αποτελεί τελικά και απόλυτο εχέγγυο κάθε κουβέντας του αναγκαίου αυτού σκηνοθέτη.

61. SPIDER (2002), David Cronenberg, director
Ο σπουδαίος Καναδός δεν τα πάει γενικά καλά όταν δεν γράφει ο ίδιος τα σενάριά του, εδώ όμως υπάρχει εξαίρεση. Ελέω ενός υποκριτικού masterclass, διεισδύει στην παραμορφωμένη ψυχή, μεταμορφώνοντας έναν αλλοτινό καφκισμό, σε εφιαλτική 21ου αιώνα αδυναμία κατανόησης, επεξεργασίας και ένταξης. Ο Dennis του Fiennes δεν είναι ο ήρωας μιας ταινίας, αλλά το δείγμα ενός πειράματος, μόνο που αυτή τη φορά ο Cronenberg ξεχνά (;) την τραγική αισιοδοξία του συνήθους σινεμά του, που θέλει τουλάχιστον τους ήρωές του να βρίσκουν μια κάποια ανακούφιση στην μετάλλαξη καθ΄αυτή.

Η.Δ.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2009

80-71 (Η.Δ)

80. BORAT (2006), Larry Charles, director
O Borat αντικρούει μίσος, ομοφοβία, ρατσισμό και «θεία βλακεία» με το μοναδικό όπλο που στέκει ακόμα νόμιμο. Ένα καταρρακτώδες χιούμορ τζεριλιουϊκής ανυποψίας και πλήρους ξεχαρβαλώματος, σελερσικής χωροαποξένωσης και τσαπλινικής περιφρόνησης της Αρχής. Πάσας αρχής.
Έτσι ξεκινάς από φραστική κατεδάφιση μπελουσικού τύπου και καταλήγεις στην πιο εξωφρενικά αστεία σκηνή της ιστορίας του σινεμά. Μπορεί στο ενδιάμεσο να έχει υποπέσει σε «μερικά» αδικήματα αντίστοιχης ρατσίζουσας συμπεριφοράς ή προφανούς φιλοσιωνισμού, αλλά είναι πταίσματα ενώπιον της θεματικής αποτελεσματικότητας.
Που ειδικά στο κωμικό της μέρος, σε απειλεί με πραγματική υστερία γέλιου.

79. POLLOCK (2000), Ed Harris, director
Έπρεπε να καθίσει ο ίδιος στην σκηνοθετική καρέκλα για να επιτρέψει στον εαυτό του να φανεί πόσο μεγάλος ηθοποιός είναι. Ευτυχώς, έτσι ξεκίνησε και μια μεγάλη για αυτόν δεκαετία. Ο Harris, στήνει μια σπάνια βιογραφία ενός μοναδικού καλλιτέχνη, πλησιάζοντάς έτσι όπως οι περισσότεροι κινηματογραφιστές διστάζουν: Μέσ’ από την ίδια την διαδικασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Για να δείξει έτσι πως οι πραγματικά σπουδαίοι δεν έχουν επιλογή, την ώρα που εμείς το μόνο που ψελλίζουμε είναι μια συγκατάβαση για την «αρρώστεια» που αντιλαμβανόμαστε.

78. WALL-E (2008), Andrew Stanton, director
Για να παραφράσω το tag line της Suspiria, το μόνο ομορφότερο πράγμα από το πρώτο τέταρτο του WALL-E, είναι τα τελευταία 85 λεπτά. Ένας ύμνος στην «ανθρωπινότητα», παιανίζει μέσα απ΄την ιστορία ενός μικρού ρομπότ μιας εγκαταλειμμένης γης. Η οικολογία όμως ανήκει στις λεπτομέρειες, βλέποντας το σινεμά του WALL-E – κι εν γένει της Pixar – είναι σα να μπαίνεις στην χρονομηχανή των πρώτων ημερών του σινεμά, ν΄ανακαλύπτεις εκείνα τα πρωτογενή που το κάνουν τόσο ελκυστικά μοναδικό αλλά και ν’ αντιπαρατίθεσαι με τον κινηματογραφικά αποξενωμένο εαυτό σου. Όποιος περάσει το τεστ, αισθάνεται ακόμη καλά.

77. THE NOTEBOOK (2004), Nick Cassavetes, director
Η βασική χαρτομαντηλοταινία της δεκαετίας, βρίκσει τον υιό Κασσαβέτη να μεταγράφει νουβέλα του καταστρεπτικού Nicholas Sparks (Message in a Bottle, A Walk to Remember, Nights in Rodanthe), βάζοντας την μαμά Gena στα μετώπισθεν κι ένα ζευγάρι τοπ νεοφερμένους (McAdams, Gosling) να μας διαλύσουν στο κλάμα. Mission accomplished στην εντέλεια φυσικά, μιας και μια ειλικρινής, ανδρική καταγραφή του αγέρωχου βάρους της αγάπης, πως ν’ αποτύχει;

76. UP (2009), Pete Docter, Bob Peterson, directors
Η παιδική συνείδηση της ανθρωπότητας (λέγε με Pixar) χτύπησε φέτος κάτω από τη μέση, κλέβοντας στα ίσα τις προεφηβικές φαντασιώσεις πολλών από εμάς, μονολογώντας ένα αρχικό τρίλεπτο σιωπηλού σπαραγμού πάνω στην (σύντομη) ανοησία που είναι η ζωή, θρηνώντας χαρούμενα πάνω στην αμνησία μας των προαναφερθεισών φαντασιώσεων, ενδίδοντας στην αέναη αγορίστικη διάθεση μιας «νέας περιπέτειας», εν τέλει καταφέρνοντας να κάνει τα συναισθήματά σου γιο-γιο επί μιάμιση ώρα που δεν θέλεις να τελειώσει. It’s only δημαγωγικό σινεμά but I like it.

75. LA PIANISTE (2001), Michael Haneke, director
Ο Haneke για μια ακόμα φορά δείχνει πως να κάνεις μια γαλλική ταινία που δεν μπορούσε ποτέ να κάνει ένας γάλλος. Η horror διάσταση υπάρχει σχεδόν παντού στο έργο του, εδώ το διαπερνά. Η φρίκη των κρυμμένων προοικονομεί το αριστούργημά του τέσσερα χρόνια μετά, η σεξουαλική νεύρωση της παρέκκλισης επιτείνει ένα δράμα σχεδόν ανυπόφορο, η παρακολούθηση είναι, όπως πάντα συνενοχική και ο κουτσομπολισμός μας ακόμα πιο φρικαλέος τελικά.

74. 4 LUNI, 3 SAPTAMANI SI 2 ZILE (2007), Cristian Mungiu, director
«Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει μέσα εδώ», σου λέει ο 39χρονος σκηνοθέτης, «μην ελπίζεις σε από μηχανής Θεό». Κι αυτό που θα γίνει δεν αφήνει ελπίδα καμμιά, αφού υπάρχει «σκιαχτική φοβέρα και πλακωτική σκλαβιά» σε κάθε εκατοστό αυτού του ρημαγμένου τόπου. Μιας Ρουμανίας λασπόδρομων, ξυσμένων σοβάδων και μπουρζουάδικης μαρέγκας. Το όνειρο μιας ελευθερίας πεθαίνει νωρίς (τεσσάρων μηνών, τριών εβδομάδων και δύο ημερών για την ακρίβεια), κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του Τσαουσέσκου, που, ευτυχώς, δυο χρόνια μετά τον χρόνο της ταινίας βρέθηκε φαρδύς πλατύς στις τηλεοράσεις του κόσμου με μια σφαίρα στο αιμοσταγές κεφάλι του.

73. THE NEW WORLD (2005), Terrence Malick, director
Η τέταρτη ταινία σε σχεδόν σαράντα χρόνια του, με όλους τους τρόπους, σπάνιου Malick, αναδιφεί την ιστορία της Ποκαχόντας, εντρυφά στην σύγκρουση των πολιτισμών, ανακινεί για μία ακόμα φορά το αγαπημένο του θέμα της αποτυχημένης προσπάθειας του (ερωτευμένου) ανθρώπου να γυρίσει το ποτάμι πίσω και να εναγκαλισθεί το φυσικό θαύμα που τον περιβάλλει. Τέτοια δημιουργική ενάργεια σύνδεσης δύο τόσο αντιδιαμετρικών θεμάτων, δύσκολα απαντιέται.

72. LETTERS FROM IWO JIMA (2006), Clint Eastwood, director
Λογαριάζοντας το μέγεθος της παραγωγής και την επίβλεψη ενός major μεγαθηρίου (της Warner), o Eastwood πρέπει να είναι ο πιο αβίαστος και χαλαρός auteur της ιστορίας του σινεμά. Το 2006 έστησε μέσα σ’ επτά μήνες, back to back, την διλογία της Ιβοζίμα και τούτο είναι το all japanese δεύτερο μέρος. ‘Ενα μέρος γυρισμένο λες απ’ τον Mizoguchi, αποχρωματισμένο και πανέμορφο, αντιπολεμικό και φιλάνθρωπο, στοιχειωμένο απ΄τα φαντάσματα και την «βαθιά ψυχή» όλων που δεν πρόλαβαν, από τις λέξεις που έμειναν ανείπωτες. Υπνωτιστικά απλό, ζηλευτά μέγιστο.

71. ARARAT (2002), Atom Egoyan, director
Τώρα πια Τούρκοι και Αρμένιοι ξανανοίξαν τα σύνορά τους… Για την γενοκτονία λόγος ουδείς. Παρελθοντολαγνεία, φαίνεται… Κάπως έτσι η Ιστορία προχωρά, κυνικά και αναπάντητα. Στο Ararat, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.
Μέσα από τις αγαπημένες του κυκλοτερείς αλλά πάντα ομόκεντρες αφηγήσεις, ο Egoyan προσεγγίζει το ερώτημα της «ανεπηρέαστης» ιστοριογράφησης, σκέπτεται πάνω στην συναισθηματική εμπλοκή του ιστορικού, τρομάζει που η ουτοπία του όρους Αραράτ όλο και απομακρύνεται. Ένα εγκεφαλικό αριστούργημα μεγάλης ψυχής, μπροστά και πέρα απ’ την εποχή του, που ίσως κάποτε επανεκτιμηθεί.

Η.Δ.

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

90-81 (Η.Δ.)

90. UNFAITHFUL (2002), Adrian Lyne, director
Σταθερός λάτρης του μετρ της γιάπικης κοινωνιοπάθειας ήδη από τον καιρό των 9 ½ Εβδομάδων, εδώ ομολογώ πως κατ’ αρχήν προσηλυτίσθηκα από τον αριστουργηματικό φακό του και την θεία μουσική του Kaczmarek για να καταλάβω στις επόμενες προβολές πως πίσω από την μοιχαλίδα Lane, ο Lyne υποσκάπτει ακόμα μια φορά έναν έκπτωτο θεσμό που όχι μόνο «δολοφονεί» τον πόθο, αλλά θέλει και να κερδίσει την συμπάθειά μας στο έξοχης αμφισημίας τελικό πλάνο.

89. CHICAGO (2002), Rob Marshall, director
Το αναμενόμενο Όσκαρ του 2002 είναι μια σύναξη killer ιδιοφυΐας (Fosse), σπουδαίου ταλέντου (Condon, Atwood), μαγκιάς (Marshall), άψογου casting (Gere), αποκαλύψεων (Latifah, Zeta-Jones), σταθερών αξιών (Zellwegger) και ζηλευτού μηχανισμού παραγωγής. Ο συνδυασμός δεν αποτυγχάνει, η υπενθύμιση της πατρίδας του that’s entertainment είναι ρητή, οι ιδεολογικές διαφοροποιήσεις μπορούν να περάσουν στο άλλο δωμάτιο.

88. THE GOOD SHEPHERD (2006), Robert De Niro, director
Η μόλις δεύτερη σε δεκατρία χρόνια σκηνοθεσία του Bobby, είναι ένας μικρός άθλος κι ένας μεγάλος θρίαμβος. Σκηνοθεσία λιτής ατμοσφαιρικότητας, υποκριτικής καθοδήγησης (άλλος ένας μεγάλος ρόλος του Damon), παραπολιτικής σαφήνειας και αισθητικής συνάφειας με τα πολυαγαπημένα ‘70ς, όλα μαζί σε περιτύλιγμα που σκηνοθέτης σχολής έχει να πετύχει απ΄ τον καιρό του Pakula.

87. THE SHAPE OF THINGS (2003), Neil LaBute, director
Το υπερεκτιμημένο αμερικάνικο indie δεν έχει βγάλει και πολλά πράγματα – τα περισσότερα είναι του LaBute. Εδώ μετατρέπει την Weisz σ’ ότι πιο σιχαμένο έχεις δει απ’ τον καιρό της Linda Fiorentino (κι ευτυχώς ο άντρας της έκανε ότι μπορούσε στο Fountain να την περισώσει) προκειμένου να στοιχειοθετήσει τον πάγιο προβληματισμό του όχι πάνω στον πόλεμο των δύο φύλων αλλά στην σταράτη, default ήττα του Αρσενικού. Αξέχαστο κι ακόμα πιο ενοχλητικό στην δεύτερη προβολή.

86. OPEN WATER (2003), Chris Kentis, director
Με προϋπολογισμό τηλεοπτικού επεισοδίου και διάθεση σπηλμπεργκισμών, ο Kentis – που μυστηριωδώς έχει έκτοτε να γυρίσει ταινία - στήνει ένα αρχετυπικό φίλμ φόβου, που δίχως επιτηδεύσεις, δραστηριοποιεί πρωταρχικούς μηχανισμούς θέασης/ταύτισης, και επωφελούμενος του φαντασιωτικού δυναμικού της ιστορίας σου σμπαραλιάζει τα νεύρα θυμίζοντάς σου τελικά πόσο εύκολο είναι να φοβηθείς το άγνωστο και γιατί το σινεμά κρατάει το εικοστό δαχτυλίδι ανάμεσα στις τέχνες.

85. APOCALYPTO (2006), Mel Gibson, director
Στην βάση του μια ταινία καταδίωξης προσθέτοντας όμως τον εκρηκτικό συνδυασμό μιας Malickικής φυσιολατρείας με την φετιχιστική βία του Gibson, συνειδητοποιείς πως έχεις να κάνεις μ’ έναν δημιουργό κλάσεως αυθεντικότητας Peckinpah που, ωστόσο, δεν θα παύσει σ’ έναν αντιαμερικανικό /αντι«πολιτισμικό» σχολιασμό. Το twist του φινάλε, φαντάζει πιασάρικο, όταν όμως το ξανασκεφτείς διαλέγεται διεξοδικά με όσα έχεις προηγουμένως δει.

84. THE WRESTLER (2008), Darren Aronofsky, director
Από τη μια ένα τρομακτικά πληθωρικό, διαστατικό έπος ρομαντισμού, από την άλλη μια στεροειδής, οξυζεναρισμένη ελεγεία του δρόμου, ο Aronofosky είναι απροκάλυπτα ο πιο ταλαντούχος, αντιφατικός και, για κάποιους, ψεύτης, της γενιάς του. Εδώ, ωστόσο, είναι το τρομακτικό tour de force ενός Mickey Rourke (για κάποιους, υπό…δίωξη) που δεν αφήνει ικμάδα αμφισβήτησης για την ειλικρίνεια ενός ανέλπιστου – κι ανέλπιδου – αριστουργήματος.

83. THE BOURNE TRILOGY, Doug Liman, Paul Greengrass, directors
Ο Jason Bourne, μαζί με τον αναγεννημένο 007, είναι οι πραγματικοί υπεράνθρωποι των ‘00ς, Batman συμπεριλαμβανομένου. Μάσκα, φορεσιά και όπλο είναι το κορμί τους, ο κυνισμός τους είναι ανάγκη, από μέσα τους, διάτρητοι. Σαν την αυτάρεσκη, αυτοϊκανοποιούμενη, αυτοκαταστρεφόμενη εποχή τους ένα πράγμα. Ο Bourne, με τα χαρακτηριστικά του άψογα σιωπηλού method man Damon, κινείται σε μια Ευρώπη βροχερή, αμερικανοελεγχόμενη, αλλόκοτα σπασμωδική ανάμεσα στα μνημεία του φθίνοντα πολιτισμού της.

82. THE ASSASSINATION OF JESSE JAMES BY THE COWARD ROBERT FORD (2007), Andrew Dominik, director
Με την ελεγειακή σκηνοθεσία του στηριγμένη στους πένθιμους ήχους των Ellis/Cave, η Δολοφονία μοιάζει με νεκρική σονάτα, μ’ ένα νανούρισμα φαντασμάτων που ενώ στο βάθος του διαπράττει την αναγκαία πράξη του εξορθολογισμού της ιστορικής καταγραφής, την ίδια στιγμή «μολύνεται» από την σαγήνη ενός μανιοκαταθλιπτικού ήρωα σε πτώση αλλά και από την ερωτική ημιτέλεια ενός θλιμμένου δειλού σε εξαφάνιση.

81. POSSESSION (2002), Neil LaBute, director
Μάλλον ερωτευμένος εδώ ο LaBute – δεν θα κρατούσε πάνω από χρόνο… - στήνει ένα διαχρονικό love story δύο παράλληλων ιστοριών, στοχαζόμενος μεταξύ άλλων στην σημερινή αδυναμία ερωτικής σύνταξης. Ωστόσο, το να βλέπεις μια ρομαντική ταινία ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικούς από ταινία της Efron (που μια δεκαετία πριν ήταν εντελώς του γούστου μου), ανθρώπους που διαβάζουν βιβλία κι εμπνεόνται από ανθρώπινες ιστορίες είναι μεγάλη υπόθεση.

Η.Δ.

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

100-91 (Η.Δ)

100. FRAILTY (2001) Bill Paxton, director
Ένα από τα καλύτερα πολυγνωστικά horror της δεκαετίας που φεύγει, ένα πρισματικό θρίλερ πάνω στην ανθρώπινη φύση και το δεκατισμό της από την θρησκοληψία – κι όλα όσα οδηγούν σ’ αυτήν. Επίσης, άλλη μια λαμπρή προσθήκη στις ταινίες ηθοποιών first time σκηνοθέτες.
Κρίμα που μένει ευρέως ξεχασμένο, παρά την διθυραμβική του, τότε, υποδοχή.

99. PANIC ROOM (2002), David Fincher, director
Στον σκηνοθέτη του Fight Club δεν επιτρέπονται τέτοιες «ελαφρότητες», αναμφίβολα πιστεύουν πολλοί προδομένοι φαν – σκεπτόμενοι ακριβώς όπως οι ακόλουθοι του Tyler. Ο Fincher όμως εξελίσσεται, κάνει σταθερά καλύτερες ταινίες από το FC και τούτο είναι η πιο αθόρυβη όλων. Μια αντιιμπεριαλιστική μαύρη κωμωδία, μασκαρεμένη σε οικιακό θρίλερ κλάσεως.

98. IN BRUGES (2008), Martin McDonagh, director
«YOU are a fucking inanimate object!!». Είναι μόνο μια στιγμή άπταιστου αναρχικού χιούμορ, μιας άπταιστης έκρηξης του, το πάλαι, ψύχραιμου φλέγματος. Η εκδοχή του ταραντινισμού αλά βρετανικά, με πλήθος συν: Την αυθεντική ευστροφία, την πραγματική εξυπνάδα, την υφέρπουσα, διάχυτη μελαγχολία. Προσθέτεις την πόλη που πρέπει πλέον να επισκεφθώ…

97. CINDERELLA MAN (2005), Ron Howard, director
Υπό προϋποθέσεις…Rocky με καλύτερο σκηνοθέτη αλλά (αληθινό) success story και «ενοχλητικό» αντιδραστισμό. Ουδέν πρόβλημα για τον υπογράφοντα που συμμετέχει με χέρια και με πόδια στο τελευταίο μισάωρο, σ’ συτό το magnum opus του μεγάλου Russell Crowe, συνεπικουρούμενος από μια ακόμα χολιγουντιανού περφεξιονισμού αίσθηση biopic εποχής.

96. CARS, John Lasseter/Joe Ranft, directors
Η τελευταία φορά που ακούστηκαν τα τραχυμένα μπάσα του Newman σε αίθουσα είναι αρκετός λόγος για εδώ, πόσο μάλλον που ο τεράστιος Lasseter έχει μιάνει το αποτέλεσμα με εξαίσιο παλιομοδιτισμό, σοβαρή οικολογία και στάσεις αναγκαίες να πας παρακάτω.

95. IL DIVO (2008), Paolo Sorrentino, director
Προβολέας σε στιγμές που ο εφιαλτικός καμπούρης της ιταλικής πολιτείας τα τελευταία εξήντα χρόνια, αποφασίζει «μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων», τριγυρνάει σα Νοσφεράτου τα σοκάκκια της νυχτερινής Ρώμης, εξομολογείται - ή εξομολογεί; - (σ)το Βατικανό κι υφαίνει έναν αξεδιάλυτο ιστό αναπόδεικτης μηχανορραφίας και πρακτικού μακιαβελισμού με θύμα την πολιτική αθωότητα και το ρημαδιό της εξουσίας. Ο Σορεντίνο φτερνίζεται πλάνα και ροχαλίζει σεκάνς και το ιταλικό σινεμά ανασαίνει καιρούς Κονφορμίστα.

94. RATATOUILLE (2007), Brad Bird, Jan Pinkava, directors
Όταν διαλέγεις έναν αρούρη για ήρωα – μάγειρο και στο τέλος πεινάς, τότε ξέρεις πως η Pixar θα πάρει όλα τα ρίσκα που οι άλλοι προσπερνούν σφυρίζοντας, θα τα φορέσει σε μια κωμωδία ενηλικιώνοντάς τα, θα σε μάθει ν’ αγαπάς το «άλλο» και θα διδάξει δραματουργία αντίφασης σε κάτι σαχλοκούδουνα που κάνουν το θεοστρόγγυλο σινεμά τους να μοιάζει με μανιφέστο γραμμένο σε πάνες.

93. LA VEUVE DE SAINT-PIERRE (2000), Patrice Leconte, director
Ένας από τους τρεις κορυφαίους νεότερους γάλλους σκηνοθέτες, στην δεκαετία της παρακμής του, κάνει δύο κομψοτεχνήματα κι αυτό είναι το ένα. Μανιώδης της λεπτομέρειας στον φακό και την γραφή του, λέει την ιστορία μιας λύτρωσης, μια ιστορία ενός γάμου εν μέσω κι όχι στο περιθώριο ενός πλήθους ευφυολογημάτων πάνω στην ανθρώπινη φύση. Ασύλληπτο, ξεχασμένο, ανόθευτο γαλλικό σινεμά προϊόν μιας άνοιξης (των ’90ς) που δεν έβγαλε σε καλοκαίρι.

92. ALMOST FAMOUS (2000), Cameron Crowe
Ο Cameron Crowe έχει πρόβλημα να κάνει αδιάφορη ταινία, τουλάχιστον αν μοιράζεσαι τις ανησυχίες του – που, δόξα σοι, δεν γίνονται ποτέ εμμονές. Η ομορφιά της εφηβείας, η λύπη για το ξεγλύστρημά της, οι μικρές αναντικατάστατες ατμόσφαιρες μεταξύ φίλων, το ροκ, φυσικά, και αυτό που λέει κάποια στιγμή ο Hoffman. “People like us are uncool”
Get it;

91. LE FABULEUX DESTIN D’ AMELIE POULAIN (2001), Jean Pierre Jeunet, director
Από την αρχική σεκάνς των παραλληλισμών – επιρροή της οποίας πρέπει να είχε ακόμα και ο περσινός Fincher – στην Αμελί που γίνεται νεράκι κι από το βλέμμα του Κασοβίτς μέχρι την καθ’ αυτή αντίληψη του Ζενέ, η Αμελί αποπνέει έναν αέρα εστετίστικα λαϊκής μοναδικότητας, είναι ένα feel good έμπνευσης (ή μήπως δικαίωσης;) πολλών ρομαντικών ψυχών out there κι, επί τέλους, ένας λόγος να σκούζουν τα γαλλικά 00’ς πως έκαναν μια σοβαρή ταινία μεγάλου, ειδικού κοινού.

Η.Δ.

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Best of 00's - Εισαγωγή και τιμητικές αναφορές (Η.Δ.)

Ένας βασικός τρόπος για να τη βγάλεις καθαρή με τις λίστες – και να «μην κλαις» που λέει κι ο φίλος μου ο Πάνοσ – είναι να μην τις πάρεις και πολύ στα σοβαρά. Κρατάς την διασκεδαστική τους πλευρά – που είναι ότι αναμοχλεύεις πράγματα που γουστάρεις – δέχεσαι ότι οι βαθμολογίες είναι αυθαιρεσίες που βολεύουν στην συνεννόηση και, το κυριότερο, αναπαύεσαι στην σκέψη πως η σχέση με δαύτες (οφείλει να) είναι εντελώς δυναμική. Έτσι η λίστα που θα παραθέτω τις επόμενες μέρες – μετά από διάγγελμα του seagazing – είναι μια λίστα της οποίας η σειρά δεν έχει και τόση σημασία, οι ταινίες όμως είναι εκείνες που κρατώ από τα 00’ς. Μια δεκαετία που για μένα υπήρξε ριζικά απελευθερωτική στο σινεμά και τις τρεις-τέσσερεις ταινίες την ημέρα των 90’ς, κατά την οποία απενοχοποιήθηκα, εννόησα πως προτιμώ να μου αρέσουν ταινίες παρά να μετατρέπομαι σε κάποιον που «του αρέσουν οι καλές ταινίες», σταθεροποίησα μέσα μου το γεγονός πως μια κινηματογραφία υπάρχει (η αμερικάνικη) κι από κει και πέρα κάποιες αταξινόμητες γεωγραφικά δημιουργίες και, τέλος, που κατάλαβα πως το σινεμά δεν είναι μόνο σκηνοθέτες, αλλά, περισσότερο, μυστικές ταινίες-συνομιλίες.

Αστρολογικά συνεχίζοντας, στην λίστα μου, οι πρώτες δεκατρείς ταινίες είναι πεντάστερες και μ’ αυτήν την έννοια μη ανταλλάξιμες με ταινίες κάτω από αυτές, αλλά από κει και κάτω το τέσσερα με το και μισό δημιουργούν συνθήκες μαγματώδους ομορφιάς και, στην ουσία, θα πρότεινα σ’ όποιον την ακολουθήσει να μείνει περισσότερο στο πνεύμα παρά στο νούμερο.

Τέλος, πριν παραθέσω τις αναγκαίες αναφορές ταινιών που έμειναν έξω από την 100άδα (κάμποσες εξ’ ίσου τετράστερες…), να θυμίσω πως υπάρχουν μερικές που έπαιξαν πολύ στο σινεφίλ κοινό αλλά δεν είδα ακόμα (Children of Men, O Λαβύρινθος του Πάνα, Άσε το Κακό να Μπει, Amores Perros), κάποιες που θα βγουν στο 2010 (Shutter Island) και άλλες που φοβάμαι πως δυστυχώς παρέβλεψα και θα χτυπιέμαι τρυφερά μόλις το συνειδητοποιήσω. Όπως και να ‘χει 165 ταινίες από σχεδόν τέσσερα και πάνω σε δέκα χρόνια είναι κατάτι χειρότερο της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά ιδιαιτέρως ικανοποιητικό. Still love films, I guess…

Ιδού λοιπόν οι 65 ταινίες που ντρέπομαι που απέκλεισα – αλλά που αύριο μπορεί να εκτοπίσουν τις…αξιωματούχες:

L’ EMPLOIS DU TEMPS
THE GOOD THIEF
WEIGHT OF WATER
GOSFORD PARK
MIAMI VICE
ATONEMENT
THE MAJESTIC
THE STATEMENT
WONDER BOYS
THE WEATHER MAN
SESSION 9
VALKYRIE
THE LEGEND OF BAGGER VANCE
THE YARDS
BILLY ELLIOT
SWEENEY TODD
APPALOOSA
REVOLUTIONARY ROAD
LOS LUNES AL SOL
THE READER
SUPERMAN RETURNS
IN THE BEDROOM
DA VINCI CODE
THE CURIOUS CASE OF BENJAMIN BUTTON
THE VISITOR
SWIMMING POOL
THE GOLDEN BOWL
FACTOTUM
TETRO
BROKEN FLOWERS
SEABISCUIT
DE BATTRE MON COEUR S’ EST ARRETE
ALI
CITY BY THE SEA
HEART OF GOLD
UNITED 93
GRIZZLY MAN
SPACE COWBOYS
BURN AFTER READING
FLAGS OF OUR FATHERS
YOU CAN COUNT ON ME
HULK
THE PROPOSITION
RABBIT PROOF FENCE
LIVES OF OTHERS
MAR ADENTRO
THE MACHINIST

THE WOODSMAN
LES INVASIONS BARBARES
MOTORCYCLE DIARIES
LIONS FOR LAMBS
TOUCHING THE VOID
30 DAYS OF NIGHT
LAND OF THE DEAD
CASSANDRA’S DREAM
AMERICAN PSYCHO
A.I.
MUNICH
THE SQUID AND THE WHALE
BLOODY SUNDAY
RUSSIAN ARK
NO MAN’S LAND
O ΒΑΣΙΛΙΑΣ
CHANGELING
ONE HOUR PHOTO




Η.Δ.

Ανανέωση 1 - ελπίζω να μην υπάρξουν πολλές: Πρώτο σοκ, μπαίνοντας σε ιστοτόπους συνειδητοποιώ πως μέσα στο "ανθελληνικό" μου μένος παρέκαμψα τον Βασιλιά (2002) του Νίκου Γραμματικού. Υπό συνθήκες ανήκει και στην 100άδα, αλλά τώρα είναι αργά. Οπωσδήποτε όμως...


Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Coppola in Athens

Υπό την σχετική επίρροια – όπως σε κάποια κείμενα αρμόζει να γράφονται…

Να λοιπόν που χρωστώ και μία δεύτερη χάρη στον (παλαιό μου προϊστάμενο) τον κο Μικελίδη του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Η πρώτη ήταν εκείνες οι Τρίτες του στο δεύτερο κρατικό κανάλι τα πρώτα χρόνια του ’80, που Θεέ μου πόσα γουέστερν πρέπει να είδα. Η αγάπη μου για το σινεμά πήρε μοναδική ώθηση τότε. Ευτυχώς του το έχω «επιδώσει».
Και τώρα τούτο…

Δεν ξέρω πόσοι από μας, ελπίζω να είμασταν κάμποσοι, συνειδητοποιήσαμε ποιον είδαμε απόψε. Ποιος μας εξιστόρησε, μας αφηγήθηκε και, όσο σχετικώς, αφέθηκε στο βλέμμα μας. Σημαντικών εξαιρουμένων, ο δημιουργός των Νονών και της Αποκάλυψης είναι για κάποιους από μας όχι απλά ένα κομμάτι της κινηματογραφικής μας ζωής, αλλά, «φοβάμαι», ελπίζω και περηφανεύομαι ένας παιδαγωγός. Που χωρίς να δίνει δεκάρα για τις συνέπειες, σ’ έναν δημιουργό δεν αρμόζει ο σχολαστικισμός, μετέφερε τις σκέψεις του υπέροχου μυαλού του και τους ψιθύρους της λυρικής ψυχής του («ποιο το νόημα μιας όπερας αν δεν είναι heartbreaking;», είπε σε κάποια στιγμή) πάνω στο πανί που διαλέξαμε να αφουγκραζόμαστε σαν το παραμύθι μιας αλλοτινής γιαγιάς.
Ήταν άρρητη τιμή μου να συμμετάσχω, για μια φορά που μου αναλόγησε, στην κουβέντα, τον ειρμό και την αύρα ενός ανθρώπου που με την ευρύνοια, τον ενθουσιασμό και τον υποστηρικτικό κορμό ενός ανυπέρβλητου έργου, με δασκάλεψε ν’ απολαμβάνω την σκέψη μου και ν’ αναλογίζομαι τις ηδονές μου. Και να συμμετάσχω όπως ακριβώς αισθάνομαι πως μου αναλογεί: Σε σεμνή ανωνυμία και αδιάκριτη ηδονοβλεψία ενός 70χρονου 20άρη που με παραδειγμάτισε ξανά (το έχει κάνει ήδη βροντερά με τις δύο τελευταίες ταινίες του) για το πως θέλω να είμαι μέσα μου θυμίζοντάς μου πατρικά πόσο όμορφο είναι αυτό που διαρκεί τόσο λίγο.

Κε Κόπολα, ευχαριστώ από βάθους.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

JAWS (1975)

Δεδομένης της αμφίβολης τιμής τους να αποτελούν την ταινία που μεταμόρφωσε την εμπορική στρατηγική του Hollywood (το καλοκαίρι ως η κατ’εξοχήν περίοδος των blockbusters δεν προϋπήρχε), τα Σαγόνια του Καρχαρία, και παρά την διαρκούσα υποτίμησή τους, εξακολουθούν να συντάσσουν, «υποβρύχια», όπως το κεντρικό τους σύμβολο, μια εκπληκτική ιστορία ανθρώπινης ύβρεως και νεμέσεως πολιτικού χαρακτήρα και ουμανιστικού κέντρου.

Τρεις σεναριακές ευρεσιτεχνίες τεκμηριώνουν την παραπάνω λογική: Η τοποθέτηση της ιστορίας στο τυπικό παραθαλάσσιο θέρετρο με το καθόλου τυπικά χρησιμοποιημένο όνομα Amity – που επίσης καθόλου τυχαία γιορτάζει την 50η του επέτειο – η παρουσία τουΚουϊντ (ένας από τους βαρύτερους β’ ρόλους όλων των εποχών από τον αξέχαστο Robert Shaw) καθώς και η αφήγηση της ιστορίας του U.S.S. Indianapolis, σε μια από τις κεντρικές νοηματικά σκηνές της ταινίας.
Τα τρία αυτά στοιχεία συνθέτουν έναν άρρηκτο ιστό στο φόντο της βασικής ιστορίας, που παραπέμπει ευθέως στην σύνδεση των τεκταινομένων με μια ευρύτερη μυθοποιητική αλληγορία, σχετιζόμενη πολύ περισσότερο με την σύγκρουση της ανθρώπινης ματαιοδοξίας με τον αμοραλισμό της Φύσης και την τραυματική ιστορία ενός έθνους, παρά με τον (ιδιαίτερα επιθετικό, πράγματι) λευκό καρχαρία που δεσπόζει στην ιστορία.

Πέρα από την εύλογη σύνδεση του Κουϊντ με τον λογοτεχνικό του πρόγονο, τον Κάπτεν Άχαμπ από τον Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ και την εμφανή συγγένεια των κινήτρων των δύο για την εξόντωση του κτήνους, η ιστορία του U.S.S. Indianapolis συνδέει με αρχαιοελληνικής λαμπρότητας τραγική ειρωνεία, την τραυματική της παράδοσης της ατομικής βόμβας τον Ιούλιο του ‘45 (ένα μήνα μετά οι ειρηνοποιοί σύμμαχοι θα την έριχναν στην Χιροσίμα) με την φυσική νέμεση της επίθεσης των καρχαριών στους ναυαγούς του πλοίου – που στην πραγματικότητα τορπιλίσθηκε από γιαπωνέζικο υποβρύχιο χάνοντας 784 ναύτες, τους περισσότερους από επίθεση καρχαριών.
Έτσι, η εμφάνιση ενός μεγάλου λευκού καρχαρία στα νερά μιας τυπικής (και γι’ αυτό συμβολικής) κωμόπολης των Η.Π.Α. και μάλιστα την εποχή του (οικονομοκεντρικά εννοούμενου, πλέον) εθνικού εορτασμού της Ανεξαρτησίας, φορτίζεται διπλά: Από τη μια έχουμε την διείσδυση του φυσικού νόμου σε μια εκφυλισμένη ανθρώπινη δραστηριότητα και από την άλλη την καθαρά συμβολική, νομοτελειακή, φυσική προέλευσεως «απάντηση» σε μια απάνθρωπη -κι εντελώς ανθρωποειδή- απόφαση (την ρίψη της ατομικής βόμβας). Ο Κουϊντ, παρά την φυσική του έλξη και το υπαρξιακό του βάρος, δεν παύει να είναι ο «άδικα» επιζών μιας εγκληματικής πράξης και γι’ αυτό η τιμωρία του θα είναι συμβολικά αναλογική. (Ο παραλληλισμός με μια ακόμα ταινία του είδους, την αριστουργηματική Ομίχλη του Τζον Κάρπεντερ που ακολούθησε πέντε χρόνια αργότερα, είναι εμφανής, αφού και εκεί οι δράστες ενός ιστορικού εγκλήματος, συναντούν την αναλογική τους νέμεση έναν αιώνα αργότερα, συμπωματικά (;) και εκείνοι κατά την διάρκεια ενός εθνικού εορτασμού, ξανά σε ένα τυπικό παραθαλάσσιο θέρετρο…)

Από την μήνιν του Θηρίου (και της Μοίρας) θα γλυτώσουν ο ωκεανογράφος κι ο αστυνόμος. Ο πρώτος αντιπροσωπεύει μια νέα γενιά ελαφρυμένη από τα κρίματα των προηγουμένων που με θαυμασμό και δέος προσεγγίζει αυτό που ξέρει ότι τον υπερκερνά, και μόνο αμυνόμενος θα επιτεθεί. Ταυτόχρονα ο αστυνόμος, ο τρίτος των αντιφατικών της ιστορίας - όλοι έχουν μια θεμελιώδη αντίφαση στην ιστορία, ο Κουϊντ παρ' ολίγο να καταβροχθισθεί από καρχαρίες και όμως επαγγέλεται το κυνήγι τους, ο ωκεανογράφος επίσης απειλήθηκε όμως επαγγέλεται την μελέτη τους, ο αστυνόμος Μπρόντι φοβάται θανάσιμα το νερό αλλά υπηρετεί σε ένα…νησί - είναι εκείνος που θα διαδεχθεί την γενιά των στρατιωτικών με μια γνήσια αίσθηση καθήκοντος και υπηρεσίας προς τους πολίτες του. Ως υπερασπιστής αντί κοσμοσωτήρας, δικαιούται όχι την επιβολή επί της φύσης, αλλά απλά την προστασία των ανθρώπων του. Το ανθρώπινο είδος έχει μια ακόμα ευκαιρία.

Η σκηνοθεσία του Spielberg φαντάζει πια αρχετυπική. Από το υποκειμενικό πλάνο του…serial killer (που προηγείται τρία ολόκληρα χρόνια του Halloween), μέχρι το αξεπέραστο τελευταίο ημίωρο που ως γνήσιο τέκνο αριστοτελικής τραγωδίας διατηρεί αρραγή ενότητα χρόνου/χώρου/δράσης, το Jaws είναι γεμάτο αξέχαστα αγγίγματα, αδιανόητο timing και auteurίστικες πινελιές (τ’ αστέρια που πέφτουν πίσω απ’ τους ήρωες προλογίζουν τις Στενές Επαφές και δημιουργούν μια μαγικά παράταιρη αίσθηση παραμυθιού) που το καθιστούν μια από τις καλύτερες αμερικάνικες ταινίες όλων των εποχών.

Ηλίας Δημόπουλος

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Coppola Vς Scorsese - Προσωπικά

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου σε κύκλους κινηματογραφοφίλων η αντιπαράθεση των δύο υπέβοσκε. Η αρέσκεια δεν ήταν το ζητούμενο – ας πούμε ότι θεωρούνταν δεδομένη – η προτίμηση ήταν το ερώτημα.Λίγο προτού το ερώτημα θεωρηθεί πια εντελώς παρωχημένο – είναι άλλωστε δυο 70άρηδες σε παρακμή (…) - είπα να θυμηθώ τι με (και ενδεχόμενα κάποιους ακόμα) συνδέει με τους δυο και γιατί αρνούμαι να τους ξεπεράσω.

Αρκετά χρόνια πριν είχα μια κουβέντα με έναν από τους ελάχιστους αξιόπιστους έλληνες κριτικούς κινηματογράφου – με τον οποίον ίσως δεν μας συνδέει τίποτα πέρα από την στοργή για τους δύο – κι είχαμε καταλήξει πως σε μια υποθετική λίστα ο Coppola θα κατελάμβανε τις πρώτες 3-4 θέσεις, έπειτα θα ήταν όλες οι ταινίες του Scorsese και ουραγοί όλες οι υπόλοιπες του Coppola. Η κουβέντα ήταν περίπου δεκαπέντε χρόνια πριν, έκτοτε ο Coppola έκανε μόλις τρία φιλμ (ένας σημαντικός λόγος που οι σημερινοί εικοσάρηδες δεν «μεγάλωσαν» μαζί του και στην πλειοψηφία τους δεν τον προτιμούν) ο Scorsese πάνω από επτά, δεν ξέρω πόσα πράγματα θα άλλαζαν σήμερα από μεριάς του στην κουβέντα μας. Όπως τον ξέρω, εκτιμώ όχι πολλά – αντίθετα με μένα…

Από νωρίς, πρέπει να πω, εγώ δεν τους μπέρδευα αυτούς τους δυο. Πέραν της καταγωγής, ως έναν (ελάχιστο) βαθμό της θεματολογίας και του facial hair, δεν έβρισκα γιατί ο κόσμος τρώγεται να βγάλει πρωταθλητή. Το γεγονός πως υπήρξαν πρωτοπόροι της αφύπνισης του χολιγουντιανού σινεμά δεν λέει και πολλά, είναι πολλοί οι συνοδοιπορούντες.

Για μένα ανέκαθεν ο ένας ήταν μια μεγαλοφυΐα (της τάξεως του Welles, του Kubrick και του Chaplin) κι ο άλλος μια ιδιοφυΐα (της τάξεως του Ray, του Huston και του Κασαβέτη), ο ένας ασυμμάζευτος, μεγαλομανής, ποιητής, ο άλλος ασθματικός, ιδιοσυγκρασιακός, πεζογράφος. Αμφότεροι δαιμονισμένοι τεχνίτες, είναι αλήθεια, κατήγοροι του αμερικανικού ονείρου κι υπερασπιστές της (παρόμοιας, στο βάθος) Αμερικής τους, πράγματι, αλλά με τόσο διαφορετική αισθητική που η «σύγκριση» να μοιάζει άτοπη.

Ο Coppola (κι αυτός είναι ο βασικός λόγος που οι νεότεροι δεν τον προτιμούν) είναι ένας κλασσικιστής επικός, οξείας οπερατικής χροιάς και πληθωρικού λυρισμού που πλησιάζει τους ανθρώπους του σαν σχήματα σε τραγωδία – οι ταινίες του μοιάζουν με τονικές ελεγείες. Το βαρύ του συναίσθημα σε εξουθενώνει αν το αγγίξεις, διαφεύγει αν το δεις στην ταχύτητα του 21ου αιώνα. Το σινεμά του (με την εξαίρεση των δύο πρώτων, εξωπραγματικών, Νονών) είναι πάντοτε εφηβικό, ορμητικό, ονειρευτικό, επαναστατικά πολιτικό, ατομικιστικό, αλλά και σινεμά-προϊόν ανθρώπου για τον οποίον ο Χρόνος είναι ο ακατάβλητος εχθρός – κι αυτό δεν τον αφήνει να ησυχάσει. Ακόμα και η χειρότερή του στιγμή (Jack) δεν παύει να είναι η βιαστική συναισθηματική κουβέντα ενός λαμπερού αγοριού που πνίγεται να εξομολογηθεί έστω και αν, σαν αγόρι που είναι, δεν στέκεται να σκεφθεί τις συνέπειες της εξομολόγησής του.
Στον Coppola κυριαρχεί μια σχεδόν μυθική αντίθεση ανάμεσα στην υπερφιλόδοξη ιδιοκατασκευή και την βιογραφική εγκαρδιότητα του περιεχομένου. Δεν θα σκεφθεί την κόντρα ρομαντισμού/κατασκευαστικής επιτήδευσης (Αταίριαστος), ούτε εκείνην εγκεφαλικότητας/ρομαντισμού (Youth without Youth). Αν δεν αγκαλιάσεις την ανισότητα ως ίδιον μια μορφής υψηλής Τέχνης, μεγαλοφυΐες όπως ο Coppola πάντοτε θα σου διαφεύγουν. Ακατάτακτος και χαοτικός σαν ένα από τα μεγάλα του αριστουργήματα (Αποκάλυψη Τώρα), ο Coppola περικλείει μορφές σινεμά που ο Scorsese έχει επιχειρήσει (Rain People, Conversation – δυο ταινίες του που αγαπούν συνήθως οι…σκορσεζικοί), ενώ ξανοίγεται σε ωκεανούς τεχνοδιαδραστικότητας (Δράκουλας), ρομαντικά φιλοαντιαμερικανικά κατηγορητήρια (Tucker, Cotton Club) και ανεπανάληπτης βιρτουοζιτέ ερασιτεχνισμούς για το τέλος της εφηβείας (Outsiders, One from the Heart).

Ο Scorsese (κι αυτός είναι ο βασικός λόγος που οι νεότεροι τον προτιμούν) είναι ένας εντελώς μοντέρνος λούμπεν διανοητής, ευθυτενής κι εμμονοληπτικός συνάμα, που δεν ξέρει ούτε από επικότητα, ούτε από λυρισμό, επανεφηύρε όμως το street wisdom του σινεμά – οι ταινίες του μοιάζουν με σιδερογροθιές - ως το ’95 τουλάχιστον. Έκτοτε το σινεμά του Scorsese μοιάζει όλο και πιο λείο (η ανταυγάζουσα φωτογραφία του Richardson δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει την αστική ρυτίδα του Chapman) αν κι όχι απαραίτητα λιγότερο αποτελεσματικό (το Aviator, παρά την οσκαρική «αμερικάνική του ομορφιά», παραμένει η καλύτερη ταινία του από το Casino και μετά και θα έστεκε, αξιοπρεπώς τρικλίζοντας, δίπλα στις κλασσικές του δημιουργίες).
Στην χειρότερη του στιγμή (Bringing out the Dead) αποκαλύπτεται ένας ενήλικος άνδρας – αντί για το αγόρι που είναι ο Coppola - που γνωρίζει πολύ καλά την θέση του, την κρίνει και την κατακρίνει.
Στο σινεμά του Scorsese έχεις την αίσθηση ενός αλκοολικού του σινεμά που πρέπει να τρυπήσει κάθε του στιγμή με την καθολική εμμονή της Πτώσης. Μια εμμονή που όλο και ατονεί τελευταία, δίνοντας την θέση της (στην χειρότερη περίπτωση) σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα εγκλήματος και τιμωρίας (Departed) ή (στην καλύτερη) σ’ ένα ατόφιο κινηματογραφικό αναπαραστατικό πάθος (Συμμορίες της Νέας Υόρκης, Aviator).
Ωστόσο (και βέβαια μιλώ πριν το Shutter Island) ο Scorsese, μέσα στις δύο τελευταίες μυθοπλασίες του δείχνει το κλασσικό σύμπτωμα της παρακμής που γεννιέται από την, συντελούμενη εντός του ίδιου του συνολικού του έργου, αιμομιξία. Η αναπαραγωγή εκείνων που εκτέλεσε αριστουργηματικά (όλη η σειρά από τον Ταξιτζή ως το Ακρωτήρι του Φόβου με ελάσσονα εξαίρεση το New York, New York) με προφανή στόχο την οσκαρική καλίμπρα και επιβράβευση (που, ειρωνικά, ήλθε σε μια από τις πιο αδύναμες ταινίες του – το Aviator αν δεν είχε πέσει στην χρονιά του, εντελώς αντιοσκαρικού, Million Dollar Baby, θα ήταν πανάξια βράβευση) δείχνουν έναν δημιουργό σε ύφεση.

Ύφεση που, αν και σαφής στους δύο (ο Coppola δεν γύρισε ταινία για μια δεκαετία!) δεν είναι παρόμοιας υφής. Ο Scorsese είναι at the top of his game, τόσο «χωμένος» στην βιομηχανία όσο κάποτε ο Coppola – λίγο πριν τα κλωτσήσει όλα για να κάνει τα δικά του. Η διαφορά τους είναι ποιοτική. Ο Scorsese, όπως οι χαρακτήρες του, τα κατέκτησε όλα για να χάσει βαθμιαία κάτι από την δαιμόνια ψυχή του. Ο Coppola δεν απειλήθηκε ποτέ από άγχος επιβράβευσης, θέλησε μόνο χρήματα για να μπορεί να κάνει σινεμά. Όταν του δόθηκαν, εκμεταλλεύτηκε την βιομηχανία βασιλικά (Αποκάλυψη Τώρα) και τα σκάτωσε αυτοκρατορικά (Zoetrope Studios) δίνοντας ένα αξέχαστο όργιο σινεμά (Αποκάλυψη Τώρα). Σταδιακά η αδιαφορία του τον έκοψε σαν κακή συνήθεια από τα χολιγουντιανά studios και μόνο τα δύο τελευταία χρόνια δείχνει να επιστρέφει - όπως ακριβώς τον περίμενα: Περιπετειωδώς εικονοκλαστικός (εκεί που ο Scorsese μου προξενεί όλο και λιγότερο εικαστικό ενδιαφέρον), νεανικός στις διαθέσεις σκηνοθεσίας, ελευθερωμένος παντελώς από την γνώμη της βιομηχανίας και της κριτικής και γεμάτος χρωματισμένη νοσταλγία.













Μικρότερος είχα την αίσθηση ότι ο φίλος μου ήταν ο Scorsese – έτσι μονομανής με το σινεμά που είναι – κι ακόμα φορές σκέφτομαι πόσο τέλεια θα ήταν να κατεβάζουμε μπύρες βλέποντας νουάρ και γουέστερν του ’50 παρέα. Έτσι, 8-9 ταινίες στη σειρά… (Κι έχω και μια προαίσθηση ότι το ερχόμενο Shutter Island θα είναι ένα κινηματογραφικό στεροειδικό υπερπαίγνιο που θα με γονατίσει μπρος του…)
Τώρα πια όμως ξέρω ότι φίλος μου είναι ο παλιομοδίτης, χορταστικός Coppola. Με την ασίγαστη όρεξη για πειραματισμό (ο Scorsese δεν το έχει πια αυτό από τότε που άρχισε να κλείνει το μάτι στην Ακαδημία – αν και το Shutter Island υπονοεί άλλα ωραία…), το ήρεμο χάος και το χιούμορ του είναι κείνος με τον οποίο θα περνούσα ζεστά απογεύματα της Κάτω Ιταλίας ακούγοντας Puccini, πίνοντας ένα από εκλεκτά κρασιά του και συζητώντας το σινεμά του Powell, του Welles και του Sirk...


Ηλίας Δημόπουλος

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2009

Η ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2008)

Η κατάσταση της έμμισθης κριτικής κινηματογράφου στην Ελλάδα (λογαριάζοντας τις ελάχιστες εξαιρέσεις, βεβαίως) είναι δραματική. Και λέω έμμισθης, γιατί η μεριά της άμισθης – όπως φαίνεται στο ανελέητο κινηματογραφικό διαδίκτυο – δεν έχει τεκμηριωθεί ακόμη. Κι ας διαφαίνεται πως η αποψιολογία και η γνωμολαγνεία που ως κωλοτρυπίδια περιφέρονται προς άγραν πέους (δηλαδή: αναγνωσιμότητας) χαράζουν αγράμματο δρόμο.
Εκείνα που θα ακούσετε στα πιο στεγνά πηγαδάκια του κόσμου (αυτά των «κριτικών κινηματογράφου») δεν τα βάζει ο νους. Αν βέβαια περιμένεις μια κάστα τυρβαζόντων περί τέχνης, όπως θα ‘πρεπε, διανοούμενων, στοχαστικών και, πιο ανθρώπινα, ήρεμων, μετρημένων, εργατικών…
Χρόνια τώρα, ιδίως όσο η νέα γενιά αναλαμβάνει το άρμα (και όσο το διαδίκτυο αρχινάει να κουνάει τον βούρδουλα στην κατεστημένη κριτική) η κριτική κινηματογράφου μοιάζει να γίνεται εργαλείο εξομολογουμένων αργόσχολων, ημιμαθών (ή και ολότελα αμαθών) εξυπνάκηδων και, η χειρότερη αγέλη, ατόμων με πολύ ειδικές ανάγκες, ατελέσφορων συμπλεγμάτων και διαπροσωπικής δυσλειτουργίας. Μ’ αυτό δεν επιθυμώ ν’ αντιπαρατάξω μια ασπροδόντικη πανευδαιμονία αντάμα με πιστοποιητικά πνευματικής «υγείας». Τουναντίον. Ένας κριτικός τέχνης οφείλει μια «προβληματικότητα», μια προσωπική διαφορά δηλαδή, που μπορεί να του πληρώσει το διόδιο ενός έργου τέχνης. Όχι όμως έναν αυτισμό και μιαν συνεπακόλουθη ανευθυνότητα έναντι της λειτουργίας του. Η οποία, όσο και αν βολεύει τους σαχλεπίσαχλους να την λοιδωρούν, είναι ο προσωπικός, στοχαστικός μεταγλωττισμός μιας αισθητικής πρότασης (αυτής του δημιουργού – έστω κι αν ο τελευταίος δεν είναι καν πλήρης ενσυνείδητος πομπός της) σε μια διάλεκτο που θα ακουμπήσει τους αναγνώστες του. Ποια διάλεκτος θα είναι αυτή είναι θέμα άλλου κειμένου. Που δεν θα αποφύγω. Σκοπός μου είναι άλλος τώρα.


Πως διάολο αναλαμβάνεις την κριτική της τέχνης όντας αδαής, μειωμένης ευαισθησίας, περιορισμένων ερεθισμών και ελαφρός στοιχειώδους σοβαρότητας; Κι ως προς την άγνοια καλά: Κανείς δεν γεννιέται επαΐων – ούτε και γίνεται ποτέ. Στα 16 σου ξεκινάς, στα 25 σου είσαι ξερόλας, στα 40 σου αποκτάς τα κολλήματά σου. Κάθε ηλικία κουβαλάει τα δικά της, η γνώση δεν παύει ποτέ την τρεχάλα της. Το πόσο την καταδέχεσαι είναι άλλη ιστορία.
Αν όμως η άγνοια συγχωρείται (…), ορισμένα παρεπόμενα της ημιμάθειας είναι βλάβες μεγάλες. Όπως η ασυναισθησία που επιφέρει. Η επιπολαιότητα που την συνοδεύει. Ο εξυπνακισμός που την επισφραγίζει. Τι κριτική τέχνης φιλοδοξείς, όταν εκείνο που δεν αντιλαμβάνεσαι, το μετονομάζεις σε φλυαρολογίες υποκούλτουρης ασυναρτολογίας που πληρώνεται για «κριτική»; Και πόσο κωμικός είσαι όταν αποποιείσαι την ιδιότητα που σε τρέφει (και σου ικανοποιεί και το σύμπλεγμά σου να «ανήκεις») προφασιζόμενος την χρεωκοπία της παλαιοκριτκής και του ξύλινου λόγου της;
Δεν είμ’ εδώ να υπερασπισθώ τον ξύλινο λόγο ή την παλαιοκριτική. Μάρτυρες οι αναγνώστες που με γνωρίζουν, δεν είμαι λάτρης κανενός από τους «αρχετυπικούς» έλληνες κριτικούς. Κάμποσοι όμως από δαύτους ήτανε κριτικοί – κι απόδειξη είναι πως οι σημερινοί τους αναφέρουν ως μέντορες κι όσοι τους αποκηρύσσουν, πάλι τους χρησιμοποιούν για σημαδούρα που απέφυγαν. Ο κριτικός λόγος μπορεί και έχει πάμπολλες όψεις (όσες κι οι γραφιάδες του), αρκεί να παραμένει κριτικός. Όχι το συνονθύλευμα διαταραγμένων ανεπιβεβαίωτων που ξεπουλάνε μια γραφίδα – ένα πληκτρολόγιο άντε..

Τα παραπάνω-κι όμως…- έχουν μια κρίσιμη σχέση με την Σκόνη του Χρόνου. Όπως και συνολικά με το σινεμά του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ενός πολύπαθου, καρατομημένου κριτικά, σινεμά, που, δυστυχώς, γεννιέται σε μια χώρα (και μια γενιά) που δεν το’ χει ούτε μια ανάγκη. (Ίσως και για τούτο η Ελλάδα είναι πια μοναχά ένα μικρό κλάσμα των τοποθεσιών που έφεραν στον κόσμο την Σκόνη.) Πως αλλιώς να εξηγήσεις πως οι «ειδικοί» ακόμη απορούν με τον αργό ρυθμό (τούτη είναι πάντως…δαιμονισμένη μπροστά στις προκατόχους της), την θεματολογία ή, ακόμα ακόμα, και με τον τρόπο εκφοράς των λόγων από τους ηθοποιούς; (Αναρωτιέμαι: Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μιλούν όπως οι ήρωες του Ταραντίνο, του Άλεν ή του Κιούμπρικ, πολλοί όπως ο Γκράουτσο Μάρξ ή o Τζέρι Λιούις…;)

Να πω και το άλλο: Η Σκόνη του Χρόνου δεν μου άρεσε – για κείνα που εξέλαβα ως αδυναμίες της. Για την ελαττωματικότητα του Αγγελόπουλου-σεναριογράφου να αφαιρέσει, να ξεπεράσει τον ποιητικό του στόμφο. Για την αδυναμία του να εξατομικεύσει τα Ανθρώπινα – που εδώ είναι ολοφάνερος στόχος του.
Οι άνθρωποι στο σινεμά του Αγγελόπουλου είναι τα πιόνια ενός κινηματογραφικού Κασπάροβ που εκπληρώνουν ένα στρατηγικό κι ένα τακτικό σχέδιο σκακιού. Μια παρτίδας με διακύβευμα την Ιστορία (που δεν απουσιάζει ποτέ), αλλά, περισσότερο, την μνήμη της Ιστορίας. Μιας μνήμης που αναπότρεπτα μετατρέπει την Ιστορία σε προσωπικό φαινόμενο – όπως πραγματικά είναι, άλλωστε. Μόνο που εδώ η Ιστορία είναι ένα τεράστιο ανοιχτό τραύμα. Ένα τραύμα Αριστεράς, ένα τραύμα ανεπίδοτου μηνύματος, ανεκπλήρωτου ονείρου. Ένα αίμα. Άλλοτε κατακόκκινο, σήμερα πια, σχεδόν νερό. Σαν εκείνο που τρέχει από το χέρι που πεθαίνει – μια απ’ τις σκηνές που άξιζε να περιμένεις χρόνια από έναν κινηματογραφικό ποιητή.
Αυτό ήταν ο Αγγελόπουλος, πάντα. Ένας καλός ή κακός, ένας βαρύγδουπος ή λεπτός, ποιητής. Πως να τον σηκώσει μια άλλοτε ποιητική Ελλάδα, που σήμερα σπεύδει πανταχόθεν; Πως να συμμερισθούν τις εμμονές του, άνθρωποι δίχως εμμονές;

Όταν ο Αγγελόπουλος «περιορίζεται» στην σκηνοθεσία, μπορεί να συναρμολογήσει σκηνές αξέχαστου σινεμά: Μονοπλάνα που διατρέχουν ένα τέταρτο του αιώνα, όνειρα θανάτου, παγωμένους έρωτες κάτω από θνήσκοντα αγάλματα. Κάποτε υποπίπτει σε συμβολικούς γδούπους – η σκηνή των σπασμένων τηλεοράσεων – που προδίδουν ίσως και μια, σπανιότατη, σαρδόνια διασκέδαση. Άλλοτε εγκαταλείπεται σε διαλογικούς ακροβατισμούς που προδίδουν πλήρως τον επικής αισθητικής ανθρωπισμό του για χάρη μιας λυρικής ανθρωπιάς. Δεν διακρίθηκε ποτέ σε δαύτη ο σκηνοθέτης – μόνο στο Ταξίδι στα Κύθηρα, σωσμένος από το πρωταγωνιστικό του δίδυμο.

Είπα πως δεν μου άρεσε η Σκόνη. Να αναφέρω όμως και το «αλλά». Που, υπολογίζω, με φορεμένη την σκόνη του χρόνου θα είναι κείνο που θα μετρά. Το «αλλά» που κάνει την Σκόνη μια ταινία που δύσκολα θα ξαναδώ, αναγκαία όμως θα θυμάμαι. Ένα «αλλά» που χωράει την ανεκτίμητη τάση του Θόδωρου Αγγελόπουλου, να επενδύει εκείνο που πέρασε – εκείνο που δεν θα ξαναρθεί αλλά και ποτέ δεν μας αφήνει – κάνοντας πια ένα σινεμά αποχαιρετισμών, σχεδόν μακάβριο. Ένα σινεμά που χρωστάει την ύπαρξή του στην ουράνια μουσική της Ελένης Καραΐνδρου, που ανασύρει μέσα από μικρούς λυρισμούς βαρέων οπτικών συμβολισμών και αδέξιων φραστικών ποιήσεων, την οδυνηρή νοσταλγία της αναπόλησης αυτού που δεν μπορέσαμε.
Αλλά με όλη μας την καρδιά ονειρευτήκαμε.