Στο Dances with Wolves (1990) o υπολοχαγός του αμερικανικού στρατού John Dunbar (Kevin Costner) εισέρχεται στην κοινωνία μιας φυλής Ινδιάνων, δένεται μαζί τους και καταλήγει να αναθεωρεί αντιλήψεις και ιδεολογίες μιας ζωής. Στο The Last Samurai (2003) ο λοχαγός Nathan Algren του Tom Cruise, αιχμάλωτος στα χέρια των σαμουράι, αναπτύσσει δεσμούς μαζί τους και τελικά αποφασίζει να πολεμήσει στο πλευρό τους. Στο Avatar (2009) ο πεζοναύτης Jake Sully συμμετέχει σε μια επικίνδυνη αποστολή ως μυστικός πράκτορας ανάμεσα στους εχθρούς (οι γηγενείς του πλανήτη Πανδώρα με την ονομασία Νάαβι), αλλά στην τελική μάχη τάσσεται μαζί τους. Η συνταγή λοιπόν είναι γνωστή και επαναλαμβανόμενη – μπορεί να αλλάζει ο …βαθμός του ήρωα στον αμερικανικό στρατό, αλλά παραμένει σταθερή η (πάντα ευπρόσδεκτη) ρομαντική περιπέτειά του με μια θηλυκή εκπρόσωπο του άγνωστου εχθρού. Ο κινηματογράφος, όντας η λαϊκότερη των τεχνών, προσφέρει για μία ακόμα φορά τον εαυτό του ως το ιδανικό όχημα για να ζητήσουν και να λάβουν οι δυνατοί του κόσμου συγχωροχάρτι για τα ανά τους αιώνας αμαρτήματά τους. Εισιτήρια, βραβεία και μία ανώδυνη 3D απόλαυση – τα χέρια νίφτηκαν.
Τα παραπάνω ίσως και να μην ήταν τόσο ενοχλητικά – άλλωστε η τακτική αυτή δεν αποτελεί είδηση, ούτε αφορά μόνο συγκεκριμένη υπερδύναμη μέσα στα χρόνια – αν δεν συνοδεύονταν με μία ενοχλητική επίφαση αντι-ιμπεριαλισμού στο σενάριο. Βέβαια, ο άκρατος μανιχαϊσμός της ταινίας θέλει πίσω από την οργάνωση της επίθεσης κατά των Νάαβι να βρίσκεται ένας αδίστακτος και απάνθρωπος καπιταλιστής (Parker Selfridge) και ένας φασίστας συνταγματάρχης (Miles Quaritch), δύο χαρακτήρες – καρικατούρες που επινοήθηκαν απλά για να τους μισήσουμε. Εγείρεται, λοιπόν, το εξής καίριο ερώτημα: η επίθεση θα ήταν μήπως λιγότερο κατακριτέα αν οδηγούνταν από δύο ανθρώπινους και όχι στερεοτυπικά «κακούς» χαρακτήρες; Ασφαλώς και πρόκειται απλώς για ένα blockbuster προορισμένο για μαζική κατανάλωση και εξορισμού αναγκασμένο να κινηθεί σε ένα ξεκάθαρο δίπολο καλού – κακού. Ωστόσο, πριν κάποιος επιδοκιμάσει το τελευταίο πόνημα του Cameron για αντιαμερικανικό πνεύμα, θα ήταν ίσως απαραίτητο να εξετάσει τα όσα κρύβονται πίσω από την μυθοποίηση της τελικής νίκης των Νάαβι. Οι τελευταίοι επικρατούν επειδή πίστεψαν στη δύναμη του …δικαίου και των θεών στους οποίους προσεύχονται. Όμως, οι πραγματικοί πόλεμοι κρίνονται αλλού (ένα Βιετνάμ στα εκατό χρόνια, και πολύ είναι) και, κυρίως, γεννιούνται από άλλα αίτια.
Γεγονός παραμένει όμως ότι το Avatar αποτελεί ένα φιλμ – φαινόμενο, όπως ακριβώς εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται δικαίως και η προηγούμενη ταινία μυθοπλασίας του James Cameron (Titanic). Πέραν του όποιου διαφημιστικού τρικ, θα ήταν μεγάλο σφάλμα να παραβλέψουμε την μοναδική ικανότητα του Καναδού σκηνοθέτη να μιλάει στο ευρύ κοινό ενώ παράλληλα πειραματίζεται με την γλώσσα του σινεμά μέσω των οπτικών εφέ. Ο διάλογος κινηματογράφου – τεχνολογίας είναι πάντα ανοιχτός και οι ταινίες του Cameron (από το πρώτο Terminator μέχρι το σημερινό Avatar) αποτελούν σημεία αναφοράς για τα όσα μπορούμε να περιμένουμε ακόμα (ευτυχώς ή δυστυχώς). Είναι όμως κρίμα κάποια κομμάτια της ταινίας να βρίσκονται τόσο μπροστά από την εποχή τους (τα τρισδιάστατα εφέ είναι τουλάχιστον εντυπωσιακά), ενώ άλλα βασικά να μοιάζουν ενοχλητικά υποανάπτυκτα (η αφελής σεναριακή αντιμετώπιση του ενδιαφέροντος θέματος της σύγκρουσης πολιτισμών μοιάζει ηλίθια αν τη συγκρίνουμε, για παράδειγμα, με τα Thin Red Line και The New World του Malick).
Α.Π.
Γεγονός παραμένει όμως ότι το Avatar αποτελεί ένα φιλμ – φαινόμενο, όπως ακριβώς εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται δικαίως και η προηγούμενη ταινία μυθοπλασίας του James Cameron (Titanic). Πέραν του όποιου διαφημιστικού τρικ, θα ήταν μεγάλο σφάλμα να παραβλέψουμε την μοναδική ικανότητα του Καναδού σκηνοθέτη να μιλάει στο ευρύ κοινό ενώ παράλληλα πειραματίζεται με την γλώσσα του σινεμά μέσω των οπτικών εφέ. Ο διάλογος κινηματογράφου – τεχνολογίας είναι πάντα ανοιχτός και οι ταινίες του Cameron (από το πρώτο Terminator μέχρι το σημερινό Avatar) αποτελούν σημεία αναφοράς για τα όσα μπορούμε να περιμένουμε ακόμα (ευτυχώς ή δυστυχώς). Είναι όμως κρίμα κάποια κομμάτια της ταινίας να βρίσκονται τόσο μπροστά από την εποχή τους (τα τρισδιάστατα εφέ είναι τουλάχιστον εντυπωσιακά), ενώ άλλα βασικά να μοιάζουν ενοχλητικά υποανάπτυκτα (η αφελής σεναριακή αντιμετώπιση του ενδιαφέροντος θέματος της σύγκρουσης πολιτισμών μοιάζει ηλίθια αν τη συγκρίνουμε, για παράδειγμα, με τα Thin Red Line και The New World του Malick).











