Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπακωνσταντής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπακωνσταντής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

LE GENOU DE CLAIRE (1970)

Λίγες μέρες πριν το γάμο του στη Σουηδία όπου και διαμένει μόνιμα πλέον, ο Ζερόμ επιστρέφει στη Γαλλία για να πουλήσει το σπίτι του. Εκεί συναντάει την παλιά του φίλη Ορόρα και καταλήγει να περνάει τρεις βδομάδες μαζί της, παρέα με τη γειτόνισσά τους και τις δυο κόρες της.
Το «Γόνατο της Κλαίρης» είναι ο πέμπτος κατά σειρά «Μύθος περί Ηθικής» του Γάλλου σεναριογράφου και σκηνοθέτη και εμπεριέχει όλα τα στοιχεία εκείνα που εδραιώθηκαν με το «Μια Νύχτα με τη Μοντ». Η άποψη του Ρομέρ ότι στον κινηματογράφο ως μέσο έκφρασης, ο λόγος είναι ισότιμος με την εικόνα, διανθίζει το φιλμ με μια σειρά απολαυστικών διαλόγων που, όπως και στη Μοντ, εκφέρονται από ήρωες που περισσότερο πρέπει να νοηθούν ως σύμβολα, παρά σαν πραγματικοί άνθρωποι.
Ο Ζερόμ και η Ορόρα, λοιπόν, γίνονται οι δύο πόλοι γύρω από τους οποίους ξεδιπλώνεται η «ίντριγκα», αλλά και οι προβληματισμοί του ανθρώπου και του καλλιτέχνη Ρομέρ.
Πρώτος πόλος ο αρσενικός, ο Ζερόμ, και ο Ρομέρ αρπάζει την ευκαιρία να συλλογιστεί πάνω στην κρίση της μέσης ηλικίας. Ο ήρωάς του είναι ένας τυπικός τριανταπεντάρης που η κοινωνία μας θα χαρακτήριζε χωρίς δισταγμό επιτυχημένο. Πίσω όμως από μία υπερηφάνεια πλασματική, κρύβεται ένας ευαίσθητος και εύθραυστος άντρας. Διαλαλεί τον επικείμενο γάμο του και μιλάει συνέχεια για την μέλλουσα γυναίκα του, όχι από έρωτα, αλλά προκειμένου να προβάλλει την επιτυχημένη πλευρά του εαυτού του. Για να κρύψει την άλλη, εκείνη που θα έδειχνε ξεκάθαρα ότι ακόμα είναι ένα αγόρι που δυσκολεύεται να ξεκαθαρίσει το συναισθηματικό του κόσμο, να πάρει αποφάσεις και να τις υποστηρίξει με τις πράξεις του. Είναι θέμα χρόνου όμως το πότε θα έρθει στο φως ο πραγματικός μας εαυτός. Έτσι, ο Ζερόμ όχι μόνο θα συμμετάσχει στο ερωτικό παιχνίδι με τις δύο όμορφες κοπέλες, τη Λόρα και την Κλαιρ, αλλά και σε μια καίρια στιγμή, στη σκηνή του χορού κάπου στο μέσο της ταινίας, θα αποκαλύψει άθελά του αυτήν την ευάλωτη πλευρά του. Αλλά τη στιγμή που θα γκρεμιστεί η σιγουριά του για την επιτυχία του με τη Λόρα, μαζί και η αυτοπεποίθησή του, δε θα αναζητήσει τη λύτρωση πίσω στον αυτοπεριορισμό. Απλώς θα αλλάξει στόχο και θα διεκδικήσει την μεγαλύτερη αδελφή της Λόρα, την Κλαιρ η οποία, όντας δεσμευμένη, αποτελεί αφ' ενός ασφαλέστερο στόχο (σε περίπτωση ατολμίας ή αποτυχίας), αφ' ετέρου δίνει την αφορμή στο Ρομέρ να τονίσει τη φύση του άντρα ως κυνηγού.


Και αν ο Ζερόμ εκφράζει τον άνθρωπο – Ρομέρ και το σχόλιό του για την πάντα απρόβλεπτη χημεία μεταξύ των δύο φύλων (ακόμα και όταν τα πιόνια είναι στημένα, όπως εδώ), η Ορόρα καθρεφτίζει τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του σημαντικού αυτού Γάλλου δημιουργού. Η ηρωίδα του είναι συγγραφέας, δηλαδή θέσει δημιουργός. Και κάθε δημιουργός αναλαμβάνει το ρόλο του Θεού, τουλάχιστον απέναντι στα δημιουργήματά του. Θα μπορούσαν όλοι οι χαρακτήρες του φιλμ να βρίσκονται στο μυαλό της και όλα τα γεγονότα να είναι επινοήσεις της φαντασίας της. Το ότι έχουν σάρκα και οστά και εκδηλώνονται στον εξωτερικό κόσμο, απλά τη διευκολύνει στο έργο της και συμβάλλει στην ηδονή της. Ταυτιζόμενος με την Ορόρα, ο Ρομέρ θέτει το ζήτημα της ηθικής στην μυθοπλασία. Οι ήρωες (κινηματογραφικοί ή λογοτεχνικοί) είναι άβουλα εργαλεία στο έλεος του εκάστοτε δημιουργού ή μήπως από τη στιγμή που θα γεννηθούν, αποκτούν δική τους ζωή, μαζί με το δικαίωμα να καθορίζουν την μοίρα τους, να αισθάνονται, να γελάνε, να κλαίνε; Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση της Ορόρα σε μια από τις διηγήσεις του Ζερόμ σχετικά με την Κλαιρ. «Τι σε νοιάζει τι σκεφτόταν;». Μήπως λοιπόν και στη δική μας ζωή, στους ερωτικούς μπελάδες που μπλέκουμε και στις αισθηματικές μας περιπέτειες, είμαστε «δημιουργήματα», απλά πιόνια κάποιου Δημιουργού;
Ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ταινία του Ρομέρ, οι ακατάπαυστοι διάλογοι έχουν μία άνετη ροή, υποβοηθούμενη από την πανέμορφη φωτογραφία του Νέστορ Αλμέντρος, που καταφέρνει πραγματικά να κάνει τις μυρωδιές της γαλλικής υπαίθρου να ξεπετάγονται από την οθόνη. Άλλωστε, εξόχως ειρωνικά, ο Ρομέρ υπονομεύει τις φορμαλιστικές θεωρίες που υπηρέτησε σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του. Μπορεί και εδώ ο λόγος να είναι η αφετηρία και η ιστορία να κινείται μέσω των διαλόγων, ωστόσο μία εικόνα είναι αυτή που σημαδεύει το φιλμ και «αναγκάζει» το σκηνοθέτη του να την αναγάγει σε κεντρικό τίτλο. Το γόνατο της Κλαίρης, γυμνό, ως το αντικείμενο του πόθου για τον Ζερόμ, με αποκορύφωμα την μνημειωδώς σιωπηλή σκηνή, όπου έρχεται μία ανάσα μακριά του. Λίγο πριν τολμήσει το μεγάλο βήμα. Εκεί όπου μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

AVATAR (2009) - Α.Π.


Στο Dances with Wolves (1990) o υπολοχαγός του αμερικανικού στρατού John Dunbar (Kevin Costner) εισέρχεται στην κοινωνία μιας φυλής Ινδιάνων, δένεται μαζί τους και καταλήγει να αναθεωρεί αντιλήψεις και ιδεολογίες μιας ζωής. Στο The Last Samurai (2003) ο λοχαγός Nathan Algren του Tom Cruise, αιχμάλωτος στα χέρια των σαμουράι, αναπτύσσει δεσμούς μαζί τους και τελικά αποφασίζει να πολεμήσει στο πλευρό τους. Στο Avatar (2009) ο πεζοναύτης Jake Sully συμμετέχει σε μια επικίνδυνη αποστολή ως μυστικός πράκτορας ανάμεσα στους εχθρούς (οι γηγενείς του πλανήτη Πανδώρα με την ονομασία Νάαβι), αλλά στην τελική μάχη τάσσεται μαζί τους. Η συνταγή λοιπόν είναι γνωστή και επαναλαμβανόμενη – μπορεί να αλλάζει ο …βαθμός του ήρωα στον αμερικανικό στρατό, αλλά παραμένει σταθερή η (πάντα ευπρόσδεκτη) ρομαντική περιπέτειά του με μια θηλυκή εκπρόσωπο του άγνωστου εχθρού. Ο κινηματογράφος, όντας η λαϊκότερη των τεχνών, προσφέρει για μία ακόμα φορά τον εαυτό του ως το ιδανικό όχημα για να ζητήσουν και να λάβουν οι δυνατοί του κόσμου συγχωροχάρτι για τα ανά τους αιώνας αμαρτήματά τους. Εισιτήρια, βραβεία και μία ανώδυνη 3D απόλαυση – τα χέρια νίφτηκαν.
Τα παραπάνω ίσως και να μην ήταν τόσο ενοχλητικά – άλλωστε η τακτική αυτή δεν αποτελεί είδηση, ούτε αφορά μόνο συγκεκριμένη υπερδύναμη μέσα στα χρόνια – αν δεν συνοδεύονταν με μία ενοχλητική επίφαση αντι-ιμπεριαλισμού στο σενάριο. Βέβαια, ο άκρατος μανιχαϊσμός της ταινίας θέλει πίσω από την οργάνωση της επίθεσης κατά των Νάαβι να βρίσκεται ένας αδίστακτος και απάνθρωπος καπιταλιστής (Parker Selfridge) και ένας φασίστας συνταγματάρχης (Miles Quaritch), δύο χαρακτήρες – καρικατούρες που επινοήθηκαν απλά για να τους μισήσουμε. Εγείρεται, λοιπόν, το εξής καίριο ερώτημα: η επίθεση θα ήταν μήπως λιγότερο κατακριτέα αν οδηγούνταν από δύο ανθρώπινους και όχι στερεοτυπικά «κακούς» χαρακτήρες; Ασφαλώς και πρόκειται απλώς για ένα blockbuster προορισμένο για μαζική κατανάλωση και εξορισμού αναγκασμένο να κινηθεί σε ένα ξεκάθαρο δίπολο καλού – κακού. Ωστόσο, πριν κάποιος επιδοκιμάσει το τελευταίο πόνημα του Cameron για αντιαμερικανικό πνεύμα, θα ήταν ίσως απαραίτητο να εξετάσει τα όσα κρύβονται πίσω από την μυθοποίηση της τελικής νίκης των Νάαβι. Οι τελευταίοι επικρατούν επειδή πίστεψαν στη δύναμη του …δικαίου και των θεών στους οποίους προσεύχονται. Όμως, οι πραγματικοί πόλεμοι κρίνονται αλλού (ένα Βιετνάμ στα εκατό χρόνια, και πολύ είναι) και, κυρίως, γεννιούνται από άλλα αίτια.
Γεγονός παραμένει όμως ότι το Avatar αποτελεί ένα φιλμ – φαινόμενο, όπως ακριβώς εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται δικαίως και η προηγούμενη ταινία μυθοπλασίας του James Cameron (Titanic). Πέραν του όποιου διαφημιστικού τρικ, θα ήταν μεγάλο σφάλμα να παραβλέψουμε την μοναδική ικανότητα του Καναδού σκηνοθέτη να μιλάει στο ευρύ κοινό ενώ παράλληλα πειραματίζεται με την γλώσσα του σινεμά μέσω των οπτικών εφέ. Ο διάλογος κινηματογράφου – τεχνολογίας είναι πάντα ανοιχτός και οι ταινίες του Cameron (από το πρώτο Terminator μέχρι το σημερινό Avatar) αποτελούν σημεία αναφοράς για τα όσα μπορούμε να περιμένουμε ακόμα (ευτυχώς ή δυστυχώς). Είναι όμως κρίμα κάποια κομμάτια της ταινίας να βρίσκονται τόσο μπροστά από την εποχή τους (τα τρισδιάστατα εφέ είναι τουλάχιστον εντυπωσιακά), ενώ άλλα βασικά να μοιάζουν ενοχλητικά υποανάπτυκτα (η αφελής σεναριακή αντιμετώπιση του ενδιαφέροντος θέματος της σύγκρουσης πολιτισμών μοιάζει ηλίθια αν τη συγκρίνουμε, για παράδειγμα, με τα Thin Red Line και The New World του Malick).Α.Π.

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

THE LIMITS OF CONTROL (2009)

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που από την αρχή της καριέρας του έχρισαν τον Jarmusch μαθητή και διάδοχο του Wenders. Αμφότεροι υιοθέτησαν τη φόρμα του road trip ουκ ολίγες φορές για να αφήσουν το πολιτισμικό τους σχόλιο, και ειδικότερα την μελαγχολική διαπίστωση για τον Αμερικανό που μην έχοντας ούτε Ιστορία ούτε πατρίδα, είναι αναγκασμένος να ζει σε διαρκή κίνηση – ο δρόμος είναι το σπίτι του. Δεν είναι εύκολο κάποιος να διαφωνήσει με την παραπάνω σύγκριση και, παρά τις προφανείς ιδιαιτερότητες του κάθε σκηνοθέτη, οι ομοιότητες μοιάζουν να μη σταματούν εδώ. Κανείς δεν πίστευε το 1984 (χρονιά που κυκλοφόρησε το Παρίσι, Τέξας) ότι ο Wenders θα μπορούσε να δώσει έστω και μια μέτρια ταινία. Το ίδιο ισχύει (ή ίσχυε;;;) και για τον Jarmusch εν έτη 2009, αφού εδώ και παραπάνω από 25 χρόνια παρουσιάζει μια φιλμογραφία σταθερά ποιοτική, χωρίς σκαμπανεβάσματα. Όπως όμως για τον Γερμανό δημιουργό έφτασε η στιγμή που δεν άντεξε κάτω από την πίεση της αναζήτησης θέματος και κατέληξε να αυτοεγκλωβίζεται σε χαοτικές δημιουργίες, έτσι λοιπόν φτάσαμε και σήμερα στο The Limits of Control.
Τραβώντας την ελλειπτικότητα και τον μινιμαλισμό της γραφής του (στοιχεία που τον ξεχωρίζουν από τον μέντορά του) στα άκρα, το καινούριο φιλμ του Jarmusch μοιάζει ανοιχτό σε οποιαδήποτε ερμηνεία. Σαν το λευκό πίνακα στο φινάλε, ο κάθε θεατής μπορεί να φύγει από τη σκοτεινή αίθουσα έχοντας τη δική του άποψη όχι μόνο για το «τι ήθελε να πει ο ποιητής», αλλά ακόμα και αναφορικά με μια στοιχειώδη περίληψη του θέματος. Υπάρχει ένα πολιτικό σχόλιο στην ιστορία του μοναχικού άντρα που παίρνει τρένα και αεροπλάνα για να δολοφονήσει έναν μεγάλο παράγοντα του καπιταλισμού, μαζί και η προφανής αναλογία του καλλιτέχνη – σκηνοθέτη που επιθυμεί διακαώς να δημιουργήσει αλλά αδυνατεί φυλακισμένος καθώς είναι από το Κεφάλαιο και τον έλεγχο (control) που αυτό επιβάλλει. Κάτι δηλαδή σαν έναν μετρημένο Hartley - άλλωστε ο Jarmusch είναι ο κατεξοχήν Αμερικανός δημιουργός που περιφρονεί τις συμβάσεις του κινηματογράφου της χώρας του και ο ευτελής πλέον όρος ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά ταιριάζει σχεδόν αποκλειστικά σε αυτόν και τον Κασσαβέτη. Οι παραπάνω όμως θέσεις ωχριούν μπροστά σε μία διαπίστωση που γεννιέται κυρίως μέσα από την αισθητική του φιλμ: το The Limits of Control είναι μία ταινία για την απελπισία και τον θάνατο.
Πλέον δε φαίνονται καθόλου τυχαία αυτά τα τέσσερα χρόνια σιωπής που μεσολάβησαν από την κυκλοφορία του Broken Flowers. Ο Jarmusch δίνει την εντύπωση ότι αγωνίστηκε με τον μηδενισμό που ήρθε να τον καταβάλλει, αυτόν και την έμπνευσή του. Η εναγώνια απουσία θέματος έφερε τον Αμερικανό δημιουργό ενώπιον ενός αδιεξόδου που δεν ήταν ίσως προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει. Και αν αυτό από μόνο του είναι ικανό να κινήσει το ενδιαφέρον μας, το πώς το χειρίστηκε ο Jarmusch είναι τελικώς αξιοθαύμαστο: απλά κοίταξε στον καθρέφτη («Sometimes for me, the reflection is far more present than the thing being reflected», θα πει ο ήρωας του Bernal).
Το The Limits of Control είναι μια αναζήτηση πάνω σε όλο το προηγούμενο έργο του σκηνοθέτη του. Οι ομοιότητες του Isaac de Bancholé με τον Ghost Dog του Forrest Whitaker είναι έκδηλες, ενώ τα σκετσάκια με τους χαρακτήρες που συναντά θυμίζουν τα Night on Earth και Broken Flowers. Φυσικά, υπάρχει και η αποδόμηση της ιδέας πίσω από το Coffee & Cigarettes, καθώς και εδώ κάθε συνάντηση γίνεται πάνω από δύο κούπες καφέ, αλλά αντί για απολαυστικούς διαλόγους, έχουμε αποκλειστικά μονολόγους που προσκρούουν πάνω στη σιωπή του κεντρικού ήρωα. Η τελευταία πρέπει να νοηθεί ως απουσία, ως παραίτηση και, εν τέλει, ως θάνατος. Η σιωπή του Bancholé δεν έχει τίποτα κοινό με την cool ραθυμία των χαρακτήρων στο Stranger than Paradise ή στο Down by Law. Δεν σιωπά από άποψη, δεν έχει σκοπό να προσελκύσει με ένα επιτηδευμένο attitude. Αντίθετα, προσπαθεί να είναι α-μέτοχος, ένας πίνακας λευκός που πάνω του θα ζωγραφίσουμε τις σκέψεις μας και τις αναμνήσεις μας. Και τι περιμένει ο ίδιος ο Jarmusch να σκεφτούμε; Μα φυσικά τις προηγούμενες ταινίες του.
«I believe that musical instruments resonate musically even when they’re not being played. They have a memory. Every note that’s ever been played on them is still inside of them». Τα λόγια του βιολιστή θα μπορούσαν να αφορούν το σινεμά και, ειδικότερα, το The Limits of Control. Ακραία αφαιρετικό, το φιλμ αφήνει μονάχα υπόνοιες παλαιότερων δημιουργημάτων του σκηνοθέτη και αντηχεί κάτι γνώριμο μέσα από το διάλογο που ανοίγει με τον θεατή και το μνημονικό του. Μια τέτοια ερμηνεία φυσικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατηγορίες περί ναρκισσισμού και εγωπάθειας ενός δημιουργού που φτιάχνει ταινίες μόνο για τους …οπαδούς του. Ωστόσο, είναι συγκινητική η αγωνία ενός καλλιτέχνη που προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά του παρελθόντος, να αποδεσμευτεί από τον αυτο-έλεγχο (self-control) που εδώ μοιάζει να λειτουργεί ανασταλτικά και να ξεκινήσει από την αρχή με καθαρό μητρώο (λευκό καμβά). Έτσι, η περιπλάνηση του μοναχικού ήρωα μοιάζει σαν εκείνη του καλλιτέχνη προς την έμπνευση, την οποία και αναζητά σε διάφορα μέρη (μουσική, ζωγραφική, σεξ, επιστήμη, ναρκωτικά) αλλά μπορεί να τη βρει μονάχα στην απόλυτη ελευθερία, όπως εκείνη συμβολίζεται στο λευκό χαρτί που βρίσκει ο Bancholé στο τελευταίο σπιρτόκουτο, στον άδειο πίνακα και στο τελευταίο κάδρο της εξόδου. Από αυτή τη σκοπιά το ερώτημα αν μας αρέσει ή όχι το The Limits of Control καθίσταται άκυρο. Δεν είναι μια ωραία, αλλά μια αναγκαία ταινία. Δεν φτιάχτηκε για να αρέσει, φτιάχτηκε για να σώσει. Όσοι πιστοί…

Α.Π.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

LES HERBES FOLLES (2009)

Όταν πριν από τρία χρόνια η Βενετία υποδεχόταν το Coeurs ως την επιστροφή στη φόρμα για τον μεγάλο Resnais, μου δημιουργήθηκαν προσδοκίες που δυστυχώς έμειναν ανεκπλήρωτες. Όχι ότι εκείνο το φιλμ δεν είναι καλό – αντιθέτως, αποτελεί υπόδειγμα αφηγηματικού χειρισμού μιας πλειάδας χαρακτήρων και η θερμή αισιοδοξία που αναδίδει έφερε μια ευπρόσδεκτη προσθήκη στο πλουραλισμό μιας φιλμογραφίας ανεκτίμητης. Ωστόσο, η σχετικά απρόσωπη σκηνοθεσία και το θεατρικό της στήσιμο φαντάζει λειψό μπροστά στο έργο ενός δημιουργού που μας έμαθε το σημείο τομής ανάμεσα στο πάθος και την αποστασιοποίηση. Είκοσι και βάλε χρόνια μετά από την τελευταία φορά (το Mon Oncle d’ Amerique ή έστω το Mélo), αποφασίζει να περάσει ξανά από αυτή τη χώρα που του ταιριάζει καλύτερα, εκεί όπου οι τα αγριόχορτα ανθίζουν μέσα στο παράδοξο του «μη μου άπτου» πάθους τους.

Μεταφέροντας στην μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα του Christian Gailly με τίτλο L’ incident, ο Resnais δεν απομακρύνεται θεματικά από του προηγούμενο φιλμ. Ρομαντικές αναζητήσεις με άφθονες δόσεις μελαγχολίας, νοσταλγίας και τρέλλας διαπερνούν και το Les Herbes Folles. Ωστόσο, όλα αποκτούν διαφορετικό νόημα κάτω από τις φορμαλιστικές επιλογές του Γάλλου δημιουργού που θυμίζουν τα περασμένα μεγαλεία του αλλά – και εδώ κρύβεται η επιτυχία του – χωρίς την παραμικρή ρετρό διάθεση. Πράγματι, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη περίπτωση ουσιαστικής και ολοκληρωτικής αναβίωσης του στυλ της nouvelle vague της δεκαετίας του ’50 και του ’60 (και ορισμένων πραγματικών εκλάμψεων του Rivette στα 70’s) που ταυτόχρονα να μοιάζει τόσο φυσικά εναρμονισμένη με τον καιρό της. Υπάρχει αυτή η ανεμελιά, αυτό το αυθόρμητο και ειλικρινές στυλ κινηματογράφησης που κινείται πρωτίστως από αμετανόητο σινεφιλικό πάθος και δεν έχει καμμία διάθεση να το κρύψει. Τι και αν βρισκόμαστε πλέον στο 2010 – ο Resnais χτίζει τη γέφυρα που ενώνει την εποχή μας με τις μέρες που στις αίθουσες κυκλοφορούσαν το Paris nous Appartient και το Vivre Sa Vie. Τόσο πιστός στο πνεύμα αυτών των φιλμ και παράλληλα τόσο πιστός στο σήμερα – μία αντίφαση που μόνο ένας γνήσιος auteur του χρόνου θα μπορούσε να κατορθώσει.

Αυτόν τον χαρακτηρισμό και άλλους παρόμοιους ο Resnais τους αποποιείται σχεδόν ενστικτωδώς στις συνεντεύξεις του. Αλλά τα έργα του μιλούν από μόνα τους και είναι τουλάχιστον συγκινητικό να παρατηρείς το συνειρμικό μοντάζ του Les Herbes Folles και να αναγνωρίζεις αμέσως τον άνθρωπο που χρόνια πριν σου έδειξε - μόνο αυτός - τις εικόνες της μνήμης και της προσδοκίας, όπως ακριβώς κατασκευάζονται στο μυαλό σου. Η σκηνοθεσία διαπερνάει την Χιροσίμα, το Μάριενμπαντ και το La Guerre est Finie, έστω με διαφορετική και πιο ανάλαφρη διάθεση (σαν εκείνη των πρώιμων Godard και Rivette), αλλά με ένα στυλ που αλάνθαστα αναγνωρίζεις που ανήκει. Και που, στα μάτια μου τουλάχιστον, έλειψε από το Coeurs. ‘Η μάλλον έλλειψε από το σινεμά για δεκαετίες. Όσο για το μυστικό της επικαιρότητας που επιτυγχάνει το φιλμ; Ίσως μια απόπειρα εξήγησης να άπτεται της σοφής επιλογής ως κεντρικών ηρώων ανθρώπων μιας τέτοιας ηλικίας και «κοψιάς» (André Dussollier, Sabine Azéma) που δεν δυσκολεύεσαι να φανταστείς ότι στα νιάτα τους θα πρωταγωνιστούσαν σε έργα των απαρχών του Νέου Κύματος. Και όπως και ο σκηνοθέτης τους, μεγάλωσαν στα χρόνια αλλά εξακολουθούν να προσπαθούν να καταλάβουν τον κόσμο μέσα από τα αχόρταγα μάτια ενός μικρού και ανέμελου παιδιού.

Α.Π.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

10-1 (Α.Π)

10) No Country for Old Men (2007), των Joel και Ethan Coen
Σε ένα πρώτο επίπεδο, ένα αριστοτεχνικό θρίλερ αμείωτης έντασης αλλά και εύστοχων παρεμβάσεων κωμικής ανακούφισης. Κοιτώντας όμως πιο προσεχτικά, ξεδιπλώνεται το απαισιόδοξο σχόλιο δύο δημιουργών που έχουν αναγάγει σε τέχνη την υπόγεια ειρωνεία και τον μελαγχολικό σαρκασμό. Παρελθόν, παρόν και μέλλον συγκεντρώνονται σε τρεις χαρακτήρες - καθρέφτες για την ανησυχητική πορεία ενός κόσμου που πνίγεται σε ένα αδιευκρίνιστο σκοτάδι. Χωρίς από μηχανής θεούς ή οποιαδήποτε άλλη ανώτερη δύναμη, παραδομένος στον παραλογισμό και το τυχαίο. Ακόμα και όσοι προσπάθησαν να τον κατανοήσουν, έχουν τώρα πια ξυπνήσει. And then I woke up…

9) Inglourious Basterds (2009), του Quentin Tarantino
Ο πιο δημοφιλής σκηνοθέτης της άλλης πλευράς του Ατλαντικού περιφρονεί επιδεικτικά τις συμβάσεις του καθιερωμένου σύγχρονου αμερικανικού κινηματογράφου: χορογραφημένα μονοπλάνα και λήψεις μακράς διάρκειας αντί για κοφτό μοντάζ, προώθηση της αφήγησης μέσω του διαλόγου και όχι μέσω σκηνών δράσης, φορμαλιστικοί πειραματισμοί (το «μονόπρακτο» της La Louisiane) και αδιαφορία προς κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας. Ο Tarantino είναι ένας auteur που γεννήθηκε και ζει μέσα στο ίδιο το σινεμά, γυρίζοντας ταινίας με την άνεση που κάποιος αναπνέει. Και το Inglourious Basterds είναι το αριστούργημά του.

8) 25th Hour (2002), του Spike Lee
Πίσω από το τραύλισμα οργής που επιφυλάσσει η επιφάνεια της σκηνοθεσίας του Lee και πέρα από το πανταχού παρόν ground zero που τυλίγει την Νέα Υόρκη σαν μια μαύρη τρύπα, η 25η είναι η ώρα όπου καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε τις επιλογές μας, είναι η στιγμή που δεν μπορούμε να προσπεράσουμε, είναι το τώρα της προσωπικής ευθύνης που μας έπιασε απροετοίμαστους. Όλα όσα θα μπορούσαμε να έχουμε αλλά χάθηκαν για πάντα, θα στέκουν ως υπενθύμιση του χρέους.

7) Das Weisse band (2009), του Michael Haneke
Σε μια έξοχη εκδήλωση κινηματογραφικής διακειμενικότητας, η Λευκή Κορδέλα του Haneke γυρίζει πίσω στο χρόνο και αναζητά τις ρίζες του σκοταδιού και του απροσδιόριστου κακού που κυριαρχεί στο σημερινό κόσμο όπως αντικατοπτρίζεται στον μοντερνισμό ταινιών σαν το Zodiac και το No Country for Old Men. Δεν προσφέρει φυσικά απαντήσεις, απλά ελπίζει ότι το μάτι του θεατή θα διακρίνει τις γκρίζες περιοχές στα κοφτερά ασπρόμαυρα κάδρα του. Πρόκειται για μια ανεπανάληπτη περίπτωση πλήρως ανοιχτού κινηματογράφου, μια πραγματική επανάσταση για την έβδομη τέχνη.

6) In the mood for love (2000), του Wong Kar Wai
Δεν ωφελεί να γνωρίσεις τον κατάλληλο λίγο πριν ή λίγο μετά. Ένα βράδυ μέσα στο ταξί κίνησε το χέρι του προς το δικό της, μα εκείνη τραβήχτηκε. Και όταν αυτή έγειρε προς το μέρος του, εκείνος δίστασε. Και η ευκαιρία χάθηκε. Η στιγμή όμως έμεινε. Σαν μια ανοιχτή πληγή. Μια αγάπη υπάρχει έστω και αν δεν προσφέρει απτές αποδείξεις εκτός από ένα φευγαλέο άγγιγμα; Σε ένα κλειστό σαν κοχύλι σύμπαν εκατομμυρίων συναισθημάτων γεννημένων κάτω από το τρεμάμενο φως μιας ετοιμοθάνατης λάμπας, το πάθος γνώρισε την αποθέωσή του στα φορέματα της Maggie Cheung και στο βλέμμα του Tony Leung.

5) The Aviator (2004), του Martin Scorsese
Ο Martin επανέρχεται στο αγαπημένο του μοτίβο και χαρτογραφεί την άνοδο και την πτώση του Howard Hughes σαν ήρωα αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Παρασυρμένος από τις διεργασίες ενός αχαλιναγώγητου μυαλού, βρίσκει την ευκαιρία να αναστήσει στο σελυλόιντ τη χρυσή εποχή του Hollywood, δείχνοντας παράλληλα το μέγεθος του προσωπικού κόστους για έναν άνθρωπο – δημιουργό. Αμίμητο σε τεχνικό επίπεδο, κατορθώνει να αιχμαλωτίσει και σε ένα βαθύτερο, προσωπικό, χάρη στην ερμηνεία καριέρας του Leonardo DiCaprio. Το Citizen Kane του νέου αιώνα.

4) Caché (2005), του Michael Haneke
Τι θα συνέβαινε εάν η συνείδησή μας κρατούσε μια κάμερα και κατέγραφε όλα όσα θέλουμε να κρύψουμε; Ο Haneke συνδυάζει την κλινική του ματιά με μία φόρμα σαφώς πιο αφηγηματική από κάθε προηγούμενη ταινία του και ξεδιπλώνει με ανατριχιαστική ακρίβεια το ζήτημα της ατομικής και συλλογικής ενοχής στο δυτικό κόσμο που χτίστηκε πάνω στη βία και το ψέμα.

3) Zodiac (2007), του David Fincher
Άμεσος απόγονος της πολανσκικής Chinatown, το αριστούργημα του Fincher είναι ένα ανεπανάληπτο επίτευγμα αφηγηματικής πυκνότητας και κινηματογραφικού εστετισμού. Μέσα από την καταστρεπτική εμμονή των τριών ηρώων του, ο σκηνοθέτης βρίσκει το όχημα για να βυθιστεί στη δική του και παρουσιάζει πλάνο προς πλάνο την πιο λατρεμένα κατασκευασμένη (και άκρως στυλιζαρισμένη) ταινία που θα μπορούσε να υπάρξει.

2) The Fountain (2006), του Darren Aronofsky
Η αγάπη μέσα στο χρόνο, όπλο και καταδίκη σε μια μάχη ανώφελη. Η άρνηση της αποδοχής σε καλεί σε απόδειξη πριν η «αρρώστια» σε προφτάσει. Από τη θέση του οδηγού, η ηχώ της προσταγής της Izzy δεσπόζει σε μια ταινία που θα μπορούσε να είναι απλώς φιλόδοξη αν δεν ήταν τόσο γεμάτη από τον έρωτα ενός δημιουργού που συνάντησε το σινεμά ακριβώς για να μας προσφέρει αυτό το μοναδικό αριστούργημα.

1) 2046 (2004), του Wong Kar Wai
Για όσους θέλουν αλλά πλέον αδυνατούν να αγαπήσουν. Για όσους δεν μπορούν να κάνουν ένα βήμα προς το μέλλον χωρίς αυτό να πλημμυρίζει από το παρελθόν. Για όσους επιζητούν απεγνωσμένα μία «άψυχη» κρυψώνα για τα μυστικά που βαραίνουν την καρδιά. Για την φωτογραφική πανδαισία του Christopher Doyle, για τις οδυνηρά λυτρωτικές νότες του Shigeru Umembayasi. Για την εύθραυστη ομορφιά της Zhang Ziyi, τα μεγάλα μελαγχολικά μάτια της Faye Wong, το αινιγματικό βλέμμα της Gong Li. Και φυσικά για το νικημένο από τη ζωή μειδίαμα του Toni Leung. Μας έχω κρατήσει για πάντα θέση στο πρώτο βαγόνι…

Α.Π.

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

20-11 (Α.Π)

20) Vicky Cristina Barcelona (2008), του Woody Allen
Στα 73 του χρόνια, ο Woody διδάσκει πως με αφηγηματική λιτότητα και σκηνοθετική σιγουριά χτίζεται μια μοντέρνα κωμωδία ηθών. Με όχημα τον Juan Antonio και την Maria Elena, δύο εκ των κορυφαίων γουντυαλλενικών χαρακτήρων στην ιστορία, θα σαρκάσει τις καθημερινές μας φοβίες και τον καλά κρυμμένο μας συντηρητισμό και θα υμνήσει το πάθος σε κάθε του έκφραση.

19) The Three Burials of Melquiades Estrada (2005), του Tommy Lee Jones
Μία ιστορία άσπονδης φιλίας, μία θανατερή πορεία προς την μετάνοια και τον εξαγνισμό και ένα εξαιρετικό παράδειγμα εκμοντερνισμού του αρχαιότερου κινηματογραφικού είδους, οι Τρεις Ταφές αναδεικνύονται στο καλύτερο σκηνοθετικό ντεμπούτο της δεκαετίας, προερχόμενο από έναν παλιό καλό φίλο που, ακόμα ρομαντικός τότε, επέμενε να αναζητεί την πατρίδα του.

18) All The Real Girls (2003), του David Gordon Green
Το «All the real girls» είναι η τρανή απόδειξη ότι για να φτιάξεις μια υπέροχη ταινία, δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο παρά ένα αγόρι και ένα κορίτσι, αρκεί να έχεις την ειλικρίνεια να κοιτάξεις την ανθρώπινη φύση χωρίς διάθεση αποστασιοποίησης, ωραιοποιητικής ή κατηγορικής. Ένα μοναδικό κινηματογραφικό ποίημα που φέρνει το μεγαλείο του Terrence Malick στα μικρά και καθημερινά.

17) Il Divo (2008), του Paolo Sorrentino
Φιλμ – σταθμός στο πολιτικό σινεμά, η ποπ όπερα του βιρτουόζου Sorrentino αφουγκράστηκε πρώτη απ’ όλους το πολιτικό σκηνικό που αξίζει και παίρνει ο σύγχρονος δυτικός κόσμος. Με την απαιτούμενη ελαφρότητα, καθιστά τον θεατή ένοχο για την εύκολη ικανοποίησή του με άρτο και θέαμα και όταν το show τελειώνει, η προσωπογραφία της διαφθοράς (μέσω του Andreotti και, κυρίως, μέσα από τη συγκλονιστική σωματική ερμηνεία του Toni Servillo) εξακολουθεί να στοιχειώνει ως εγχειρίδιο επιβίωσης στην εξουσία και ως ένα πολύτιμό μάθημα για εκλογείς και εκλεγμένους.

16) Kill Bill (2003/04), του Quentin Tarantino
Σε μια αποθέωση σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ, κόμικ υπερβολής και αφηγηματικής δεξιοτεχνίας, το πλήρες Kill Bill αποτελεί πριν από οτιδήποτε άλλο μια γιορτή του κινηματογράφου. Απόδειξη της αυτονομίας και της αυτάρκειάς του ως τέχνης, 240 και βάλε καταιγιστικά λεπτά στηρίζονται εξολοκλήρου σε μύθους του ίδιου του σινεμά που αναγεννώνται από τον σκηνοθέτη με το χρυσό άγγιγμα – αυτό που μετατρέπει φτηνές pop μυθολογίες σε ξεσηκωτικό πανηγύρι εικόνων, χρωμάτων και μουσικής και κορυφώνεται ιδανικά σε μια σαραντάλεπτη λεκτική αντιπαράθεση – αυθάδης διακήρυξη του ταραντινικού μεγαλείου.

15) The Banishment (2007), του Andrei Zvyagintsev
Με την εκφραστική δύναμη μιας θρησκευτικής παραβολής και την σκληρή αφήγηση μιας αρχαιοελληνικής τραγωδίας, το νέο μεγάλο όνομα του ρωσικού κινηματογράφου δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο και εικαστικά εκθαμβωτικό φιλμ που ανταποκρίνεται και ξεπερνά τις προσδοκίες που είχε φέρει το προ τετραετίας ντεμπούτο του («Η Επιστροφή»). Η αποξένωση ανάμεσα στον Alex και την Vera συμβολίζει εκείνη του σύγχρονου ανθρώπου με τον εαυτό του και την απομάκρυνση του από τη Δημιουργό – Φύση. Ο Zvyagintsev έχει την πλήρη ευθύνη του δικού του δημιουργικού ρόλου και στο ευρηματικό και άκρως συγκινητικό τελευταίο μέρος του έργου του, επισημαίνει την επιτακτική ανάγκη να κοιτάξουμε μέσα μας και να γνωρίσουμε.

14) Mystic River (2003), του Clint Eastwood
Με ένα εκλεκτό ensemble cast να αποδίδει τα μέγιστα (Penn και Bacon δύσκολα θα φτάσουν ξανά σε τέτοια ερμηνεία), ο Eastwood στηρίζεται στο μυθιστόρημα του Dennis Lehane και ρίχνεται στα σκοτάδια με τη σιγουριά του βετεράνου και την τόλμη ενός νέου. Αφηγούμενος μια τραγωδία πρωτοφανούς σκληρότητας θα παρουσιάσει την καλύτερη ταινία μιας ούτως ή άλλως εκπληκτικής φιλμογραφίας και θα μιλήσει για εκείνες τις επιλογές που μας ακολουθούν και μας καθορίζουν για μια ζωή.

13) 3-Iron (2004), του Kim Ki Duk
Το εκκεντρικό ζευγάρι των ηρώων αποτελεί το όχημα για να αποθεώσει ο σπουδαίος Κορεάτης δημιουργός την ετερότητα ως πρωταρχικό στοιχείο του έρωτα, λίγο πριν εικονογραφήσει την εξουδετέρωσή της – τη λαχτάρα για την απόλυτη ένωση, εκείνη που σα σκιά ξεγλιστρά από τα κάγκελα της φυλακής και που ζωγραφίζεται στο μηδέν της ζυγαριάς. Υπόκωφα βίαιη, βουβά κωμική, μα απόλυτα ρομαντική, αυτή η σπουδή πάνω στην παράλληλη πορεία και στα σημεία τομής ονείρου και πραγματικότητας, μιλάει ξεχωριστά στον κάθε θεατή ακροβατώντας πάνω σε μια βαθιά συλλογική αλήθεια: είμαστε όλοι άδεια σπίτια, εγκαταλελειμμένα δωμάτια που περιμένουν να κατοικηθούν.

12) Notre musique (2004), του Jean-Luc Godard
Κόλαση – Καθαρτήριο – Παράδεισος: μια πορεία στην οποία ο Godard θα υμνήσει τη διαφορετικότητα στις μελωδίες μας, θα υπογραμμίσει την ευθύνη του δημιουργού και θα συνθέσει ένα συγκινητικό ποίημα για τις ικανότητες της δημιουργίας και της καταστροφής που συνυπάρχουν μέσα μας.

11) There Will Be Blood (2007), του Paul Thomas Anderson
Από την μία, η ιστορία ενός άνδρα, προϊόν και θύμα της εγωπαθούς και καταστρεπτικής ανθρώπινης φύσης, όπως πρώτα την είδε να κυριαρχεί τριγύρω του και έπειτα την άφησε να αναπτυχθεί μέσα του. Από την άλλη, η ιστορία του δυτικού κόσμου στον 20ο αιώνα μέσα από την συνύπαρξη και τη σύγκρουση του καπιταλισμού και της θρησκείας. Και ταυτόχρονα, η ιστορία του ίδιου του σινεμά, από το βωβό εναρκτήριο εικοσάλεπτο μέχρι τα τοπία και τη θεματολογία του κλασικού αμερικανικού κινηματογράφου. Με μια εικονοπλαστική δύναμη που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη και με την αρωγή της σπουδαιότερης ερμηνείας της τρέχουσας δεκαετίας (τουλάχιστον), ο Anderson αφηγείται όλα όσα περικλείονται ανάμεσα στην πρώτη σκηνή (η γέννηση του κόσμου) και στην τελευταία (που θα μπορούσε να αποτελεί το τέλος του) σαν μια ιστορία Αποκάλυψης.

Α.Π.

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

30-21 (Α.Π)

30) Public Enemies (2009), του Michael Mann
Ταινία – σταθμός στον τρόπο που παρακολουθούμε κινηματογράφο, το Public Enemies θα μνημονεύεται ως τομή στην αφηγηματική δυναμική της φόρμας. Ο Michael Mann τολμά και φέρνει τη ψηφιακή τεχνολογία σε μια γκανγκστερική ταινία εποχής και η σύλληψη του χρόνου, των ονείρων, της ρομαντικής ματαιοδοξίας συγκεντρώνονται στο βλέμμα του Johnny Depp κάθε φορά που αντικρίζει την αγαπημένη του Billie. Bye-bye blackbird…

29) Match Point (2005), του Woody Allen
Επανερχόμενος στην ιστορία και την προβληματική του αριστουργηματικού Crimes and Misdemeanors, ο Woody χτίζει ένα πολυεπίπεδο δράμα και με όπλο μια αφηγηματική σιγουριά πρωτόγνωρη για τον ίδιο (και όχι μόνο) κινείται ανάμεσα στα είδη (από την μαύρη κωμωδία μέχρι το θρίλερ) για να επιβραβεύσει με έναν καίριο σαρκασμό την α-ηθική στάση του ήρωά του.

28) The Departed (2006), του Martin Scorsese
Ο Martin Scorsese σκηνοθετεί ένα μοντέρνο γκανγκστερικό φιλμ, ο Leonardo DiCaprio αναμετράται με τον Jack Nicholson και το Gimme Shelter συνοδεύει την εκκίνηση σε μια πορεία βίαιης απομάκρυνσης και αιματηρής επανένωσης για τις δυο πλευρές του (στην πραγματικότητα ενός) σκορσεζικού ήρωα/μάρτυρα.

27) Turtles can fly (2004), του Bahman Ghobadi
Στα σύνορα Τουρκίας και Ιράκ, μια παρέα παιδιών προσπαθεί να επιβιώσει στα συντρίμμια που άφησαν ο Σαντάμ Χουσεΐν και οι βομβαρδισμοί του Μπους του νεότερου. Με εφευρετικότητα και χιούμορ οι μέρες περνούν, αλλά η εξέλιξη είναι προδιαγεγραμμένη για τους κατοίκους αυτής της γωνιάς του πλανήτη. Και αν νομίζατε ότι τα Απαγορευμένα Παιχνίδια του René Clément ήταν συγκινητικά μέσα στην σκληρότητά τους, τίποτα δεν μπορεί να σας προετοιμάσει για το σοκ της ταινίας του Ghobadi.

26) The New World (2005), του Terrence Malick
Συνεχίζοντας από εκεί που σταμάτησε με τη Λεπτή Κόκκινη Γραμμή, ο Malick φιλοσοφεί πάνω στη θνητή φύση του ανθρώπου, ζωγραφίζοντας με μια σειρά εκθαμβωτικών πλάνων τα δίπολα έρωτας - θάνατος και φύση – πολιτισμός και μας οδηγεί στην αναπόφευκτη διαπίστωση πως κάθε βήμα προς τα μπροστά δεν μπορεί παρά να μας φέρνει πιο κοντά στο τέλος.

25) L’ Homme du Train (2002), του Patrice Leconte
Ένας συνταξιούχος φιλόλογος και ένας μεσήλικας κακοποιός, άγνωστοι μεταξύ τους, συναντιούνται στο σταθμό του τρένου. Το φαινομενικά ασήμαντο αυτό γεγονός θα οδηγήσει σε μια βαθιά φιλία, σε μια αναθεώρηση της ζωής, σε μια εκ νέου προετοιμασία για το αύριο. Και πάνω απ’ όλα, θα φέρει ένα κινηματογραφικό κομψοτέχνημα, ένα υπόδειγμα σκηνοθεσία ρυθμού και χαρακτήρων.

24) Gomorra (2008), του Matteo Garrone
Πέντε ιστορίες σκληρές και κυνικές, με ήρωες ανθρώπους κάθε ηλικίας, ζωγραφίζουν το πορτρέτο της Camorra και μαζί ολόκληρου του ιταλικού νότου που βυθίζεται στη βία, τη διαφθορά και τη φτώχεια με μαθηματική ακρίβεια. Ένα φιλμ – καταγγελία, γεμάτο σκηνές ανθολογίας χάρη στην αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη του.

23) Les Chansons d’ Amour (2007), του Christophe Honoré
Ο Honoré δεν κλείνει τα μάτια του στο σκοτεινό και μελαγχολικό Παρίσι του 21ου αιώνα, ούτε προσποιείται κάποιου είδους τόλμη στην απεικόνιση της ερωτικής ζωής των ηρώων του. Εικονογραφεί απλά την ενθουσιώδη μα προβληματισμένη αγάπη, την απόγνωση της απρόσμενης απώλειας και την επανεμφάνιση της ελπίδας μέσα από τον έρωτα. Και έχει για συντροφιά τραγούδια καταπληκτικά (το ένα καλύτερο από το άλλο) και έναν σπουδαίο Louis Garrel, το εμβληματικό πρόσωπο του σύγχρονου γαλλικού σινεμά. Υπέροχο…

22) Oldboy (2003), του Park Chan-wook
Η φρεσκάδα και η επινοητικότητα στη σκηνοθεσία συναγωνίζονται τις αναπάντεχες τροπές του σεναρίου και συνθέτουν ένα φιλμ χειμαρρώδες. Ένας δεξιοτεχνικός εφιάλτης προορισμένος να συγκλονίσει αλλά ταυτόχρονα και να ανανεώσει την πίστη μας στην ικανότητα του σινεμά να ξαφνιάζει ακόμα τον σύγχρονο θεατή.

21) Yi Yi (2000), του Edward Yang
Το κύκνειο άσμα του σημαντικότερου ίσως σκηνοθέτη που ανέδειξε ο κινηματογράφος του Ταϊβάν είναι μια ταιριαστή ανακεφαλαίωση της ξεχωριστής φιλμογραφίας του. Συγκινητικό με μια ειλικρίνεια σπαραχτική, το Yi Yi αποτελεί το σημείο τομής ανάμεσα στον Renoir και τον Altman και κατορθώνει το άπιαστο: ξεπερνάει το μεγαλείο ακόμα και του A Brighter Summer Day, η σπουδαιότερη ασιατική ταινία της δεκαετίας του ’90 κατά τη γνώμη του γραφόντα.

Α.Π.

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

40-31 (Α.Π)

40) Sur Mes Lèvres (2001), του Jacques Audiard
Επαναπροσδιορίζοντας τα είδη του φιλμ νουάρ και του θρίλερ, η εξαιρετική σκηνοθεσία του Audiard εγκλωβίζει τον θεατή σε μια πρωτόγνωρη, αισθητικής φύσεως ένταση, έτσι όπως η κάμερά του σαγηνεύεται από τις λεπτομέρειες του σύμπαντος στο οποίο κατοικούν η Carla και ο Paul. Ερμηνείες αναφοράς από την Emmanuelle Devos και τον Vincent Cassel.

39) Antichrist (2009), του Lars von Trier
Επιστρέφοντας το μυστήριο της θηλυκής φύσης στο πρωταρχικό του σπίτι, ο Lars von Trier μεγαλουργεί εικαστικά και μέσα από πολυάριθμες αναφορές παραδίδει μια υποβλητική σπουδή πάνω στην απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από τη Φύση και στην αιώνια μάχη των δύο φύλων.

38) The Wrestler (2008), του Darren Aronofsky
Εκκινώντας από όλα τα κλισέ και τις συμβάσεις του αμερικανικού σινεμά (ως καθρέφτης του περίφημου american dream) και χρησιμοποιώντας τη φόρμα ενός σκληρού και απέριττου δράματος ευρωπαϊκών καταβολών, ο ευφυής Aronofsky παραθέτει μια συγκινητική παραβολή για το δυσνόητο της σύγχρονης, πολυκωδικής καθημερινότητας. Στο επίκεντρο ένας συνταρακτικός Mickey Rourke στο ερμηνευτικό άθλο του να αντιμετωπίζεις τα προσωπικά σου λάθη σε κάθε μελανιά και κάθε σημάδι του ήρωά σου.

37) Το Λιβάδι που Δακρύζει (2004), του Θόδωρου Αγγελόπουλου
Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα μικρά αισθήματα και τις προσωπικές εμπειρίες, έτσι και το έπος της Ιστορίας προδίδεται από τις λέξεις, η ανεπάρκειά των οποίων είναι γνωστή στον Αγγελόπουλο και τους ήρωές του. Η ελλειπτική αφήγηση αντικατοπτρίζει τις ελλειπτικές ζωές και ο θεατής παρακολουθεί μέσα από τα μάτια της Ελένης (κόρη-μητέρα-γυναίκα) την ιστορία της Ελλάδας στον 20ο αιώνα. Εν τέλει, πρόκειται για την ιστορία όλων των ανθρώπων χωρίς σύνορα, καταδικασμένοι καθώς είναι σε διαρκή κίνηση. Το νήμα θα ξετυλίγεται πάντα και σε κάθε λιμάνι όπου κάποια Πηνελόπη θα αποχαιρετά τον Οδυσσέα της.

36) Nobody knows (2004), του Hirokazu Koreeda
Ο τρόπος που ο Koreeda ταυτίζει με μια σχεδόν ιμπρεσιονιστική διάθεση το βλέμμα της κάμεράς του με αυτό του δωδεκάχρονου Akira είναι συγκλονιστικός, καθώς ο μικρός ήρωας παρακολουθεί με μια πένθιμη αθωότητα τον κόσμο των μεγάλων να αποκαλύπτει την αποκρουστική του φύση.

35) Werckmeister Harmoniak (2000), του Béla Tarr
Βασιζόμενος για μία ακόμα φορά σε σενάριο του Laszlo Krasznahorkai (από μυθιστόρημα του ιδίου), ο κορυφαίος Ούγγρος σκηνοθέτης παρακάμπτει ξανά κάθε συμβατική έννοια αφήγησης προς όφελος μίας πραγματικής σύλληψης του χρόνου και παραδίδει ένα αφοπλιστικό ποίημα για τις συνέπειες της δημαγωγίας και της τυφλής υπακοής της μάζας.

34) Lust, Caution (2007), του Ang Lee
O κύριος Yee και η Wong Chia Chi θα βρεθούν απροετοίμαστοι να αντικρίζουν το μετέωρο της ύπαρξής τους – χαμένοι στις μεταμφιέσεις στις οποίες εξαναγκάζονται υπηρετώντας μία (κάποια) ιδέα. Ο Ang Lee θα διευθύνει την πτώση τους, σαν μαέστρος σε μια όπερα για ανθρώπινες μαριονέτες.

33) Eloge de l’Amour (2001), του Jean-Luc Godard
Διανύοντας την πέμπτη δημιουργική δεκαετία του, ο Γκοντάρ παραδίδει το σπουδαιότερο, ίσως, φιλμ του αντι-αφηγηματικού κινηματογράφου που ο ίδιος καθιέρωσε και υπογραμμίζει τη σημασία της μνήμης και του «ονόματος» σε έναν κόσμο παραδομένο στους αδίστακτους κανόνες της καπιταλιστικής οικονομίας. Il ne peut y avoir de résistance sans mémoire.

32) Before Sunset (2004), του Richard Linklater
Δέκα χρόνια μετά τη Βιέννη, ο ρομαντισμός μάζεψε τις βαλίτσες του και ετοιμάζεται να αποχωρήσει, την ώρα που ο κυνισμός χτυπάει την πόρτα καλοαναθρεμμένος. Τα μεγάλα όνειρα έγιναν μεγάλες αποφάσεις που βαραίνουν και οι μικρές απολαύσεις είναι πλέον ασήμαντες λεπτομέρειες που στοιχειώνουν. Είναι άραγε πολύ αργά για να αγαπήσεις, για να υπάρξεις; Linklater, Delpy, Hawk και το διαλογικό σινεμά συναντά εδώ την κορύφωσή του.

31) Code Inconnu (2000), του Michael Haneke
Εγκαταλείποντας την καθοδήγηση του θεατή (με απώτερο στόχο την τιμωρία του) του Funny Games, ο Αυστριακός φιλόσοφος/σκηνοθέτης επιστρέφει στη λογική των 71 Συμπτώσεων. Απλώνει στον (αντι)αφηγηματικό του καμβά στιγμιότυπα καθημερινότητας και χωρίς να δίνει απαντήσεις, καλεί τον κάθε θεατή ξεχωριστά να αποκρυπτογραφήσει τον κώδικα στον οποίο υπακούει η ατομική και η συλλογική Ιστορία.

Α.Π.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

50-41 (Α.Π)

50) L’ Emploi du Temps (2001), του Laurent Cantet
Με την αρωγή μιας συγκλονιστικής πρωταγωνιστικής ερμηνείας, ο Cantet αποδεικνύει πως το πιο καίριο σχόλιο πάνω στους μηχανισμούς και τις επιπτώσεις της σύγχρονης οικονομίας μπορεί να εμφανιστεί μονάχα με τους όρους ενός υπαρξιακού δράματος.

49) The Return (2003), του Andrei Zvyagintsev
Η ξαφνική επιστροφή του, για χρόνια απόντα, πατέρα οδηγεί δυο αδέλφια σε ένα αποκαλυπτικό ταξίδι ενηλικίωσης. Στήνοντας ένα σκηνικό βιβλικών και μεταφυσικών απόηχων, ο Zvyagintsev θα απογειώσει το ντεμπούτο του σε ένα επίπεδο αλληγορικό και θα συγκινήσει απρόσμενα ζωγραφίζοντας σε αξέχαστα κάδρα την θυσία δυο παιδιών που εγκαταλείπουν την αθωότητά τους στα νερά μιας λίμνης.

48) Good Night, and Good Luck (2005), του George Clooney
Με το κομβικό εύρημα της αντιπαραβολής των πλάνων του αληθινού ΜακΚάρθι με εκείνα του ηθοποιού Strathairn, ο Clooney αξιοποιεί υλικά κατεξοχήν κινηματογραφικά για να αναδείξει την καθαρότητα της θέσης του: την ανάγκη για δημοσιογράφους / ανθρώπους σαν τον Edward R. Murrow στη σημερινή εποχή της ατολμίας και της συγκάλυψης.

47) A Guide to Recognizing Your Saints (2006), του Dito Montiel
Αμετανόητα σκορσεζικό αλλά αναμφισβήτητα προσωπικό, το Εγχειρίδιο Αναγνώρισης Αγίων δεν είναι μια ακόμα ιστορία ενηλικίωσης αλλά μια δυνατή μαρτυρία των αισθημάτων που εμφανίζονται σαν κοιτάξεις στο παρελθόν. Ο Shia LeBeouf οδηγεί ερμηνευτικά και μας μεταφέρει την μυρωδιά, τους ήχους και την ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του ’80.

46) Children of Men (2006), του Alfonso Cuaron
Οι Quaron και Lubezki παραδίδουν μαθήματα σκηνοθεσίας και δημιουργούν το απόλυτο μελλοντολογικό θρίλερ. Πριν παρασυρθούν σε μεσσιανικά πρότυπα και στην απαραίτητη για τον μύθο ηρωοποίηση, κατασκευάζουν μια εύστοχη πολιτική αλληγορία και αφήνουν το μέλλον να μοιάζει απειλητικά με το παρόν.

45) The Circle (2000), του Jafar Panahi
Απαγορευμένο στο Ιράν, η κορυφαία στιγμή στην μέχρι στιγμής καριέρα του Panahi είναι πολύ περισσότερα από ένα φεμινιστικό φιλμ: είναι γνήσιο, καίριο και οξύ πολιτικό σινεμά διαποτισμένο από την ουμανιστική διάθεση ενός καλλιτέχνη σπάνιας ευαισθησίας.

44) Le Silence de Lorna (2008), των Jean-Pierre και Luc Dardenne
Χωρίς κανένα συμβιβασμό στη γνωστή νατουραλιστική γραφή τους, οι Dardenne αποφασίζουν να δοκιμάσουν ένα σινεμά πιο αφηγηματικό και ταυτόχρονα να αγγίξουν τα χωράφια του σασπένς, με απόλυτη επιτυχία. Έτσι, και με τη βοήθεια ενός εξόχως συμβολικού φινάλε, αναδεικνύονται μια και καλή στους ποιητές των αδυνάμων και των αφανών – εκείνων που η Ιστορία παρέσυρε στο πέρασμά της αναγκάζοντάς τους σε μια ένοχη σιωπή.

43) L’ Instinct de Mort / L’ Ennemi Public no 1 (2008), του Jean-Francois Richet
Αν η ελλειπτική αφήγηση έμοιαζε αναπόφευκτη επιλογή στο χρονικογράφημα του σημαντικότερου Γάλλου γκάνγκστερ της πρόσφατης Ιστορίας, ο Richet δεν αποφεύγει απλώς τις παγίδες της, αλλά αριστεύει σκηνοθετώντας χωρίς ανάσα, από το ασταμάτητο μοντάζ του πρώτου μισού μέχρι το σοφό χαμήλωμα των ρυθμών στο φινάλε. Αφήνει τον Cassel να ξεσαλώσει, συμπαθεί τον ήρωά του χωρίς όμως να διστάζει να τον εκθέσει όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο και τελικά παραδίδει ένα σινεφιλικό θρίαμβο που δε χορταίνει να καλύπτει διαρκώς την απόσταση ανάμεσα στο σινεμά του Scorsese και εκείνο του Melville.

42) Uzak (2002), του Nuri Bilge Ceylan
Ο Μαχμούτ, ο Γιουσούφ και η Κωνσταντινούπολη. Εγκλωβισμένοι στις παγωμένες αποστάσεις, κάθε προσπάθεια εξόδου από τη μοναξιά συντρίβεται κάτω από μια χωρίς επιστροφή παραίτηση στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Το φιλμ που πλησίασε το (άπιαστο) μεγαλείο του Antonioni μέσα στα 00’s από έναν σπουδαίο δημιουργό.

41) Brokeback Mountain (2005), του Ang Lee
Η συναισθηματικά πλημμυρισμένη κάμερα του Lee ακολουθεί δυο κυνηγημένα αγρίμια τα οποία καμιά γωνιά του κόσμου δεν προτίθεται να φιλοξενήσει. Μόνη επιλογή η απάρνηση όσων αγάπησαν, η απάρνηση του ίδιου τους του εαυτού. Μια από τις σπουδαιότερες ερμηνείες της δεκαετίας από τον αδικοχαμένο Heath Ledger.

Α.Π.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

60-51 (Α.Π)

60) Collateral (2004), του Michael Mann
Η υγρασία του νυχτερινού Los Angeles όπως μόνο ο Michael Mann μπορεί να την καδράρει και η περιπλάνηση του μοντέρνου, μοναχικού άντρα στους δρόμους του συνδέουν θεματικά το Collateral με την αριστουργηματική Ένταση. Περισσότερο η μαρτυρία της εσωτερικής σύγκρουσης ενός ήρωα με δύο πρόσωπα (ο ταξιτζής Max και ο ψυχρός δολοφόνος Vincent) παρά ένα τυπικό θρίλερ, το φιλμ σε κερδίζει με την ειλικρινή και αμερόληπτη αντιπαράθεση των δύο πόλων της.

59) Three Times (2005), του Hou Hsiao-Hsien
Από την νοσταλγική αθωότητα της δεκαετίας του ’60, πίσω στους ασφυκτικούς κλειστούς χώρους των αρχών του περασμένου αιώνα και, τέλος, μέχρι την μοντέρνα ανία του σήμερα, η επική ελεγεία του σπουδαίου Ασιάτη στυλίστα ζωγραφίζει ένα απαισιόδοξο πορτρέτο του έρωτα, σαν μια μπαλάντα αφιερωμένη σε μια αγάπη που ολοένα και απομακρύνεται.

58) Still life (2006), του Jia Zhang Ke
Σε ένα από τα πλέον λαμπρά δείγματα του έργου της «έκτης γενιάς» σκηνοθετών στην Κίνα, το Still Life απεικονίζει τη σύγκρουση δύο κόσμων (ή καλύτερα δύο πολιτικών συστημάτων) και αντιπαραβάλλει την επίπονη και μακροχρόνια διαδικασία της δημιουργίας με τις ταχύτατες καταστρεπτικές δυνάμεις της ανθρώπινης προόδου. Δυο ήρωες σε μια μεταμοντέρνα, αντονιονική αφήγηση θα προσπαθήσουν να σηκώσουν το κεφάλι τους, καθώς το έδαφος και όσα έχτισαν σε αυτό παρασύρονται κάτω από τα πόδια τους.

57) Histoire de Marie et Julien (2003), του Jacques Rivette
Στα 75 του χρόνια ο σπουδαίος Γάλλος auteur αποδεικνύεται δεινός αφηγητής, αγκαλιάζει τις προφανείς χιτσκοκικές του επιρροές και με την αρωγή της υπομονετικής μα αεικίνητης κάμερας του Lubtchansky και της αιθέριας παρουσίας της Béart, παραδίδει μια σπουδή πάνω στη σημασία της μνήμης. Πρωτίστως όμως, όπως φανερώνει το έξοχο φινάλε, προβαίνει σε μια συγκινητική δήλωση πίστης στη δύναμη της αγάπης και της ανθρώπινης καρδιάς.

56) Broken Flowers (2005), του Jim Jarmusch
Ράθυμο και cool όπως ο ήρωας του Bill Murray στο συγκεκριμένο φιλμ, το σινεμά του Jarmusch έρχεται για μία ακόμα φορά να αποθεώσει την απόσταση έναντι του προορισμού, την αναζήτηση απέναντι στην όποια «τελείωση» και να μας θυμίσει ότι η ουσία της ζωής κρύβεται σε στιγμές ανύποπτες.

55) Ae Fond Kiss… (2004), του Ken Loach
Ο τραχύς ρεαλισμός των Loach και Laverty εδώ αναδεικνύεται σε ένα παθιασμένο δείγμα σινεμά βεριτέ, ικανό να μπερδέψει τα όρια ανάμεσα στο σινεμά και την πραγματική ζωή, και ξεχωρίζει αφενός χάρη στην (πρωτοφανή για τον σκηνοθέτη) χαραμάδα ελπίδας του φινάλε και αφετέρου χάρη στην συγκλονιστική ερμηνεία της Eva Birthistle.

54) Hunger (2008), του Steve McQueen
Δεν είναι καθόλου εύκολο να κάνεις «πολιτικό» σινεμά. Είναι ακόμα δυσκολότερο να γυρίζεις πολιτικά ταινίες. Ο McQueen το καταφέρνει από το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του. Δεν ηρωοποιεί ανθρώπους, αναδεικνύει και δικαιώνει επιλογές. Με φόρμα λιτή, γλώσσα αληθινή και έναν πρωταγωνιστή (Fassbender) σαν το καλύτερο «μοντέλο» που ο Bresson δεν είχε ποτέ.

53) De battre mon coeur s'est arête (2005), του Jacques Audiard
Αποτελώντας την επιτομή του επιτυχημένου remake, ο Χτύπος αποκτάει τον δικό του χαρακτήρα χάρη στην αξεπέραστη αφηγηματική ικανότητα του Audiard που καταφέρνει να εντυπωσιάζει στυλιστικά χωρίς κανένα κόστος για την (συντριπτική τελικά) συναισθηματική εμπλοκή μας. Υπάρχει και ο Duris άλλωστε γι ‘αυτό…

52) My blueberry nights (2007), του Wong Kar Wai
Η απόσταση που χωρίζει το παρόν από το παρελθόν σε κάθε μας στιγμή, είναι όση και η απόσταση που προσφέρει ο πάγκος του bar σε δύο μεταμεσονύκτιους συνομιλητές μιας Αμερικής μοναχικής και συναισθηματικά έρημης. Αλλά η Elizabeth γνωρίζει πως πρέπει να περάσει απέναντι. Θα νιώσει μαζί με τους τόσο οικείους χαρακτήρες που θα συναντήσει στο δρόμο της πως είναι να φτάνεις στο τέρμα – το κόκκινο φανάρι αλλά θα επιλέξει να πιστέψει και θα καταφέρει να βρεθεί στην αντικριστή όχθη. Έτσι απλά και χαμηλόφωνα, μέσα από εικόνες ανείπωτης ομορφιάς, μελωδίες γλυκές και σιωπές πολυσήμαντες, γράφεται ένας ακόμα στίχος στο μεγάλο καρβαϊκό ποίημα.

51) George Washington (2000), του David Gordon Green
Μια παρέα μικρών παιδιών, εγκλωβισμένοι σε μια φτωχή Εδέμ, περπατούν πάνω στις γραμμές του τρένου (που να οδηγούν;) και αναζητούν περισσότερο από τον ίδιο το Θεό, την εξήγηση στα μυστήρια και στα λάθη Του. Sometimes I laugh and I smile when I think of all the great things you’re going to do. I hope you live forever… Ακούς;

Α.Π.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

70-61 (Α.Π)

70) Drabet (2005), του Per Fly
Με μια εξαιρετικά απλή σεναριακή ιδέα, η Ανθρωποκτονία ανοίγει το ζήτημα της ατομικής και της συλλογικής ευθύνης του δυτικού κόσμου και αποκαλύπτει την υποκρισία της μέσης τάξης αλλά και της ευρωπαϊκής «διανόησης» που εξαντλεί τα αριστερά της φρονήματα σε ανώδυνα λογύδρια, γνωρίζοντας καλά ότι με τις πράξεις έρχονται η ευθύνη και οι μεγαλύτερες συνέπειες.

69) Du Levande (2007), του Roy Andersson
Άλλοτε μελαγχολικές και άλλοτε ξεκαρδιστικές, οι πενήντα περίπου βινιέτες που συνθέτουν το Du Levande μοιάζουν με ένα ατόφιο δείγμα ποιητικής ειρωνείας και μαγικού ρεαλισμού, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν την μοναδική ικανότητα του Σουηδού δημιουργού να εικονογραφεί τη ζωή σαν μια λιτή και αυθόρμητη χορογραφία.

68) Behind the Sun (2001), του Walter Salles
Παλιομοδίτικος και σε στιγμές υπέρ του δέοντος μελοδραματικός, ο Σπασμένος Απρίλης (όπως είναι ο πρωτότυπος βραζιλιάνικος τίτλος του) θριαμβεύει παρά τα ελαττώματά του χάρη στην ποιητική δύναμη των εικόνων του – το παράλογο της αέναης βίας μέσα από τα ενστικτωδώς γνωστικά μάτια ενός μικρού παιδιού.

67) 21 Grams (2003), του Alejandro Gonzales Inarritu
Ο δεύτερος σταθμός της συνεργασίας των Inarritu (σκηνοθεσία) και Arriaga (σενάριο) είναι και ο πιο ασφυκτικός. Τα ασταμάτητα πισωγυρίσματα στο χρόνο με μόνιμο σημείο αναφοράς ένα τραγικό δυστύχημα βασανίζουν ήρωες και θεατές καθώς οι Μεξικανοί δημιουργοί μας θέτουν αντιμέτωπους με ακραία ανθρώπινα συναισθήματα και τη σύγκρουσή τους χωρίς καμία νότα αισιοδοξίας ή ελπίδας.

66) 5x2 (2004), του Francois Ozon
Δεν έχει νόημα να αναζητήσουμε τις ευθύνες. Φταίνε και οι δύο ή, καλύτερα, δεν φταίει κανείς. Ο Ozon δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον λόγο που καταλήγουμε στο χωρισμό. Πρόθεσή του είναι μόνο να δείξει βήμα προς βήμα την αποκόλληση της μονάδας από το ζεύγος, την επιστροφή στην φυσική της κατάσταση. Και γνωρίζει καλά πως δεν υπάρχει happy end παρά μόνο αν διηγηθείς την ιστορία αντίστροφα.

65) Flandres (2006), του Bruno Dumont
Το σκληρό παραμύθι του τρομερού Dumont απομακρύνεται από τους άκαιρους στην εποχή μας ρομαντισμούς και μετατρέπει το αγαπημένο τριαδικό σχήμα της nouvelle vague σε μάρτυρα της μοναξιάς και της βαρβαρότητας που αποτελεί προέκταση της (ανθρώπινης) φύσης. Ένα από τα καλύτερα γαλλικά φιλμ της δεκαετίας είναι ψυχρό, απειλητικό, αποκρουστικό…

64) 4 months, 3 weeks and 2 days (2007), του Cristian Mungiu
Με εντυπωσιακή χρήση των εκφραστικών του μέσων, ο Mungiu χαρτογραφεί το εσωτερικό ταξίδι μιας κοπέλας και παράλληλα την πορεία μιας ολόκληρης χώρας (της Ρουμανίας του Τσαουσέσκου) από το παρηκμασμένο καθεστώς της υποκρισίας ως το οριστικό ξύπνημα στην πραγματικότητα. Ένα ασφυκτικό θρίλερ που κορυφώνεται σταδιακά και, σε μια ευφυέστατη πορεία από το ειδικό στο γενικό και πάλι πίσω, σε οδηγεί στη λύτρωση μέσω της σιωπής της καταληκτικής σκηνής.

63) The Brown Bunny (2003), του Vincent Gallo
Όταν δε σε χωράει η σάρκα σου, κινείσαι διαρκώς. Όταν θέλεις να τιμωρήσεις, γονατίζεις την άλλη μπροστά σου. Όταν αποζητάς να πάψεις επιτέλους να πονάς, την ταπεινώνεις. Αλλά όλα πάντα σε προφταίνουν. Και έχουν γονατίσει εσένα προ πολλού. Και ο πόνος και η ταπείνωση για πάντα δικά σου…

62) Keane (2004), του Lodge Kerrigan
Ακολουθώντας βήμα προς βήμα και ανάσα προς ανάσα τον Keane του απλά συγκλονιστικού Damian Lewis, το φιλμ μας προσφέρει μια εγγυημένα άβολη περιπλάνηση στις αχανείς εκτάσεις του ανθρώπινου μυαλού. Χωρίς να νοιάζεται για εύκολες λύσεις και σεναριακές επεξηγήσεις, προτιμά την άμεση οδό του σκληρού ρεαλισμού και μοιάζει καταδικασμένο να τυραννά το μυαλό του θεατή για πολύ καιρό μετά την προβολή του.

61) The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford (2007), του Andrew Dominik
Με υποβλητική εικαστική φροντίδα και υπομονετική χαρακτηρολογική σκιαγράφηση, ο Dominic στοχάζεται πάνω στους λαϊκούς μύθους, την αιώνια ανάγκη της κατασκευής και της κατανάλωσής τους και την πλάνη που κρύβουν μέσα τους, για να δείξει το αληθινό πρόσωπο μιας χώρας που έχει κρυφθεί επιμελώς πίσω από τους μυθοπλαστικούς μηχανισμούς καταγραφής της Ιστορίας.

Α.Π.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

80-71 (Α.Π)

80) The Bow (2005), του Kim Ki Duk
Κρατώντας τον θεατή μαγεμένο με ένα μύθο φαινομενικά απλό, ο Κορεάτης δημιουργός φτιάχνει μία συγκινητική παραβολή πάνω στη σύγκρουση των γενεών και την απροθυμία του παλαιού κόσμου να δεχτεί την αναγκαιότητα της αποχώρησής του σαγηνευμένος από το κάλλος της νιότης.

79) I Heart Huckabees (2004), του David O. Russell
Συνονθύλευμα υπαρξιακών αναζητήσεων με τη μορφή εκκεντρικής κομεντί, το φιλμικό αξιοπερίεργο του David O. Russell προβαίνει σε μια όλο παράπονο κριτική προς τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα που το μόνο που πέτυχαν ήταν να γεμίσουν την ανθρώπινη απόγνωση με συνειδητά αδιέξοδα. Ξεκαρδιστική screwball άσκηση διαλεκτικής με μπροστάρηδες ένα σούπερ cast από τσαλακωμένους αστέρες, βγάζει θρασύτατα τη γλώσσα προς κάθε κατεύθυνση και κερδίζει με άνεση το παιχνίδι καθώς δε φοβάται να υπονομεύσει ακόμα και τον εαυτό της.

78) Red Road (2006), της Andrea Arnold
Η βουβή και απέριττη σκηνοθεσία της Arnold, γεμάτη από υπαινικτικές χειρονομίες, οδηγεί ένα εξαιρετικά απρόβλεπτο σενάριο καθώς για αρκετή ώρα αναρωτιέσαι πόσες εκπλήξεις και πόσους προβληματισμούς μπορεί να κρύβει αυτός ο κόκκινος δρόμος προτού αποκαλύψει το μυστικό του.

77) Reconstruction (2003), του Christoffer Boe
Χρησιμοποιώντας τα απλούστερα υλικά – ένας άντρας, μια γυναίκα και ο έρωτας μεταξύ τους – το ντεμπούτο του νεαρού Δανού μας προσκαλεί σε μια ιλιγγιώδη πορεία συνεχούς αποδόμησης του σεναρίου του, αναγόμενη αφενός στις καθημερινές μας αμφιβολίες για όσα σκεφτήκαμε αλλά δεν κάναμε, αφετέρου στο ίδιο το σινεμά και την αφηγηματική δυναμική του.

76) L’ Enfant (2005), των Jean-Pierre και Luc Dardenne
Είτε το δεις σαν μια πορεία μετάνοιας και εξιλέωσης, είτε σαν μια ιστορία ενηλικίωσης, το σίγουρο είναι ότι το παιδί του τίτλου είναι ο «πατέρας» Bruno καθώς αντιμετωπίζει απότομα τις ευθύνες του και καλείται να αλλάξει στάση ζωής μέσα από τα ακανθώδες μονοπάτι που οι σπουδαίοι Βέλγοι δημιουργοί έχουν φροντίσει να στρώσουν μπροστά του.

75) My Summer of Love (2004), του Pawel Pawlikowski
Διεισδύοντας στα εσώτερα της εφηβικής ψυχής, ο Pawlikowski απλώς αγγίζει το κοινότυπο θέμα της σεξουαλικής αφύπνισης και προχωρώντας από το ειδικό στο γενικό, μας θυμίζει πως η σύγκρουση των κοινωνικών τάξεων δε θα μπορούσε παρά να εκδηλώνεται στην κατεξοχήν σχέση όπου υπολανθάνει πάντα μια μορφή εξουσίας: τον έρωτα.

74) Young Adam (2003), του David Mackenzie
Το αίνιγμα της εμφάνισης του πτώματος μιας νεαρής κοπέλας αποτελεί μοναχά την αφορμή για να κτιστεί μια ατμόσφαιρα ψυχρή και γκρίζα, εικονογράφηση της καταβύθισης ενός α-ηθικού ήρωα στη σαρκική απόλαυση και στην καταπιεσμένη ενοχή όπου κρύβεται και η λύση στο γρίφο. ‘Η μήπως όχι; Πιθανότατα η καλύτερη ερμηνεία του Ewan McGregor δίπλα σε μια εξαιρετική Tilda Swinton.

73) Code 46 (2003), του Michael Winterbottom
Συγγενεύοντας με την γκονταρική Alphaville, ο Κωδικός 46 είναι μια μικρή ελεγεία για τον καταδικασμένο έρωτα. Μέσα από μια μελλοντολογική ιστορία για συγκεχυμένες ταυτότητες και συντριπτικές μνήμες, ο ξεχωριστός Βρετανός σκηνοθέτης στέκεται στη συνάντηση των δυο ηρώων του και στα αναπόφευκτα σημάδια που αυτή θα αφήσει στις ζωές τους.

72) Crimson Gold (2003), του Jafar Panahi
Εκκινώντας με ένα εντυπωσιακό μονοπλάνο μιας αποτυχημένης αλλά θανατηφόρας ληστείας, ο Panahi βασίζεται στο σενάριο του Abbas Kiarostami και ακολουθεί σε σφιχτά καδραρίσματα την καταβύθιση ενός απλού ανθρώπου στον υπαρξιακό βάλτο και τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες των σύγχρονων μητροπόλεων. Το Taxi Driver της δεκαετίας μας.

71) Sweeney Todd (2007), του Tim Burton
Η αρχαία τραγωδία φοράει το ένδυμα μιας γοτθικής όπερας και δύο καταραμένοι ήρωες καταδικάζονται σε ένα γκραν γκινιόλ βίας και θανάτου μόνο και μόνο επειδή αγάπησαν. Χτίζοντας την ένταση μέσα από τραγούδια ενός απεγνωσμένου μελοδραματικού χαρακτήρα, ο Tim Burton θα διαπρέψει σε ένα περιβάλλον που του ταιριάζει όσο τίποτα άλλο και θα φτιάξει την καλύτερή του ταινία μετά το Ed Wood.

Α.Π.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

90-81 (Α.Π)

90) Noi Albinoi (2003), του Dagur Kari
Το ντεμπούτο του Ισλανδού Kari είναι φαινομενικά μία (ακόμα) ιστορία ενηλικίωσης. Χάρη όμως στον γενναιόδωρο σε νοήματα εκφραστικό μινιμαλισμό του, με όπλα το θλιμμένο αλλά ελπιδοφόρο βλέμμα του νεαρού πρωταγωνιστή του (Tomas Lemarquis) και τη ψυχρή αλλά διεισδυτική φωτογραφία, το Noi Albinoi συνοψίζει εύστοχα το βάρος του να χαραμίζεσαι σε ένα περιβάλλον ανίκανο να σε αναδείξει και τον άσβεστο πόθο για απόδραση από τα δεσμά της καθημερινότητας.

89) In the Bedroom (2001), του Todd Field
Στην πρώτη του σκηνοθετική προσπάθεια, ο Field θα φέρει την αμερικανική οικογένεια ενώπιον μιας απρόσμενης απώλειας και παρακολουθώντας την ανταπόκρισή της σε αυτήν, μελετά διεισδυτικά τα ήθη των μεγαλοαστικών προαστίων και την ηθική μιας ολόκληρης χώρας που γαλουχήθηκε με τους κανόνες της εκδίκησης και της βίας.

88) Brick (2005), του Rian Johnson
Το αρχετυπικό film noir εξελίσσεται σε ένα σύμπαν αυστηρά ενήλικο, αλλά ο Johnson καινοτομεί και ταυτόχρονα δίνει μια σαφή εικόνα των μοντέρνων μας καιρών. Η αθωότητα έχει προ πολλού εγκαταλείψει τα προαύλια των σχολείων. Η βία, η εγκληματικότητα και κυρίως ο κυνισμός έχουν πάρει τη θέση της και αμφισβητούν ευθέως την ηθικότητα της ανέγγιχτης παλιότερα νιότης. Και αν η εντυπωσιακή αποδόμηση του απόλυτου κινηματογραφικού genre δε σας πείσει, θα το κάνει η εκρηκτική ερμηνεία του Joseph Gordon-Levitt.

87) The Dreamers (2003), του Bernardo Bertolucci
Ρομαντικός και τολμηρός όσο ποτέ στα 63 του χρόνια, ο Bertolucci κλείνει τους γεμάτους ζωή ήρωές του σε ένα διαμέρισμα του Παρισιού, την ίδια ώρα που στους δρόμους ξεσπά ο Μάης του ’68. Ο Matthew, η Isabelle και ο Theo θα ζήσουν τη δική τους επανάσταση μέσα στους τέσσερις τοίχους πριν κληθούν να βγουν στον κόσμο και να αναλάβουν το χρέος τους απέναντι στην Ιστορία. Μέχρι τότε, ο σπουδαίος Ιταλός θα προλάβει να αποθεώσει το ίδιο το σινεμά, σε μια από τις πλέον αυτοαναφορικές στιγμές του.

86) Spider (2002), του David Cronenberg
Αινιγματικό και αποστασιοποιημένο όπως ακριβώς και ο κεντρικός του ήρωας, το υποτιμημένο φιλμ του Cronenberg προσφέρει μία απρόβλεπτη κατάδυση στο υποσυνείδητο, καταδικασμένη να ξεβολέψει κάθε θεατή προβληματισμένο πάνω στους μυθοπλαστικούς μηχανισμούς και τις αναπαραστατικές δυνατότητες της απωθημένης μνήμης. Ερμηνείες αναφοράς από τον Ralph Fiennes και την Miranda Richardson.

85) Dolls (2002), του Takeshi Kitano
Η καλύτερη στιγμή (μαζί με τα Πυροτεχνήματα) του σημαντικότερου Ιάπωνα σκηνοθέτη της γενιάς του είναι ένα σκληρό ερωτικό ποίημα, μια εκθαμβωτική εικονογράφηση της βίαιης κυριαρχίας των αισθημάτων πάνω στον ανήμπορο να αντιδράσει άνθρωπο, θυμίζοντας ότι η αγάπη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις έννοιες της ευθύνης και της ενοχής.

84) Dans Paris (2006), του Christophe Honoré
Φαντάζει σαν τον μοναδικό ειλικρινή απόγονο της σαρωτικής nouvelle vague, κυρίως χάρη στην ανέμελη φόρμα και την ειλικρίνεια με την οποία η κάμερα συνοδεύει, έχοντας πλήρη συνείδηση της θέσης της, την καθημερινότητα των ηρώων. Τίποτα όμως δεν μπορεί να μας προετοιμάσει για το πιο συγκινητικό τηλεφώνημα που κάναμε/δεχτήκαμε στη μεγάλη οθόνη, λίγα λεπτά πριν το φινάλε.

83) Closer (2004), του Mike Nichols
Από την μαγευτική έναρξη, όπου η κάμερα συλλαμβάνει χωρίς λόγια το love at first sight επί τω έργω, μέχρι το κυνικό και πικρό φινάλε, ο Nichols θα θέσει τα πλέον οικεία (γι’ αυτό και άβολα) ερωτήματα πάνω στο θέμα του έρωτα, θα μελετήσει τις ανθρώπινες σχέσεις υπό τη δυναμική επίδραση του χρόνου και θα αποσπάσει την καλύτερη, ίσως, ομαδική ερμηνεία της δεκαετίας.

82) Whisky (2004), των Juan Pablo Rebella και Pablo Stoll
Τρεις εξηντάρηδες στην Ουρουγουάη ενώνουν τις μοναξιές τους μέσω ενός ψέματος που αποτελεί την αφετηρία για μια εκκεντρική κομεντί – γλυκόπικρος στοχασμός πάνω στην αποξένωση και την άσβεστη ανάγκη κάθε ανθρώπου ανεξαρτήτου ηλικίας για αλλαγή.

81) Crouching Tiger, Hidden Dragon (2000), του Ang Lee
Ο Ang Lee αναδημιουργεί το διάσημο στην Ασία είδος ταινιών Wu Xia, χτίζοντας πίσω από την επιφάνεια της εικαστικής πανδαισίας ένα βαθύτατα ρομαντικό ποίημα για καταραμένους έρωτες και το βασανιστικό προνόμιο των ανθρώπων να επιλέγουν.

Α.Π.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

100-91 (Α.Π)

100) Away From Her (2006), της Sarah Polley
Αξιοθαύμαστα εγκρατής μελέτη πάνω στην μνήμη (και το παρελθόν) ως θεμελιώδες συστατικό της ταυτότητας ενός ανθρώπου, η πρώτη σκηνοθετική δουλειά της ηθοποιού Sarah Polley οδηγείται από τον καρτερικό, για αυτό και μακροχρόνιο, έρωτα ενός άντρα για μια γυναίκα που σταδιακά παρασύρεται από τα νερά της λήθης.

99) Offside (2006), του Jafar Panahi
Εκμεταλλευόμενος την αταξική και παγκόσμια απήχηση του ποδοσφαιρικού πανηγυριού, ο κορυφαίος Ιρανός σκηνοθέτης θα επιλέξει σοφά να το αφήσει εκτός κάδρου και θα παραδώσει ένα φιλμ που περισσότερο από μία ακόμα κριτική της θεοκρατικής, καταπιεστικής προς τις γυναίκες, ιρανικής κοινωνίας , στέκει ως υπενθύμιση της ισχύος της κωμωδίας ως πολιτικοκοινωνικό σχόλιο.

98) American Splendor (2003), των Shari Springer Berman και Robert Pulcini
Όταν ο Harvey Pekar, ένας μικροαστός χωρίς φιλοδοξίες και γεμάτος από απίθανες εμμονές, αποφάσιζε να μεταφέρει σε κόμικ την καθημερινότητά του, δε φανταζόταν την επιτυχία που θα γνώριζε και που θα οδηγούσε και στη δημιουργία ενός «βιογραφικού φιλμ» πολύ διαφορετικό από κάθε άλλο εκπρόσωπο του είδους. Γεμάτο φορμαλιστικές καινοτομίες που αποπνέουν φρέσκο κινηματογραφικό αέρα, εκτός των άλλων σύστησε στο ευρύ κοινό τον σαρωτικό Paul Giamatti, μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες των 00’ς.

97) Un Conte de Noel (2008), του Arnaud Desplechin
Ο Arnaud Desplechin, εξωφρενικά παραγνωρισμένος στα μέρη μας, εδώ και είκοσι χρόνια αποτελεί έναν από τους πιο αξιόπιστους Ευρωπαίους δημιουργούς. Το 2008 θα φτάσει στο ζενίθ της δημιουργικότητάς του με μία μαύρη κωμωδία που επαναπροσδιορίσει το είδος της οικογενειακής, χριστουγεννιάτικης ταινίας και που αποθεώνει την αφηγηματική δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη, καθώς χειρίζεται μια πληθώρα χαρακτήρων (και ένα εξαιρετικό cast) με τη σιγουριά ενός Altman και τη τρέλα ενός Allen.

96) In Bruges (2008), του Martin McDonagh
Ασυγκράτητα αστείο και διασκεδαστικά αδιάφορο προς κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας, το ντεμπούτο του McDonagh είναι ένας γνήσιος απόγονος των ευρωπαϊκών φιλμ νουάρ στην εικονογράφησή του, εμποτισμένο όμως με γενναίες δόσεις βρετανικού χιούμορ και ιπποτικού ρομαντισμού, καθώς εκμηδενίζει τις αποστάσεις ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία με ένα ξεσηκωτικό οπλοστάσιο από instant classic ατάκες.

95) Les Amants Reguliers (2005), του Philippe Garrel
Σε αντίθεση με τη ρετρό καλλιτεχνική διεύθυνση της ταινίας του, ο Garrel χρησιμοποιεί μια αφηγηματική φόρμα ορμητική και ζωντανεύει την αγνότητα, τη δύναμη και τα αιτήματα της nouvelle vague σε ένα επίκαιρα επαναστατικό πλαίσιο: στην πραγματικότητα ελάχιστα έχουν αλλάξει.

94) Grizzly Man (2005), του Werner Herzog
Αναγνωρίζοντας στην αληθινή ιστορία του Timothy Treadwell κάτι από τη δική του λατρεία για τη φύση και την εμμονή του για την εξερεύνηση των ανθρώπινων ορίων, ο Herzog ξεπερνά τους εγγενείς περιορισμούς ενός ντοκιμαντέρ και παραδίδει έναν ποιητικό στοχασμό πάνω στο θάνατο ως τη σίγουρη και άδικη ήττα του ανθρώπου από την ίδια του τη φύση.

93) Garden State (2004), του Zach Braff
Κάθε γενιά δικαιούται μιας τόσο όμορφης ταινίας αφιερωμένης σε αυτήν. Χωρίς να είναι σε καμμία περίπτωση περιοριστικό, το Garden State είναι προορισμένο να αγγίξει πρωτίστως όσους βρίσκονται στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους, κάπου ανάμεσα στον ενθουσιασμό/όνειρα του πριν και στην ασφάλεια/συμβιβασμό του μετά. Αφού μας τραγουδήσει με γλυκόπικρες μελωδίες ότι there’s beauty in the breakdown, κερδίζει και με το παραπάνω το happy end του ως ένας ύμνος στη συνύπαρξη απέναντι στην άβυσσο της ζωής.

92) Undertow (2004), του David Gordon Green
Ξεφεύγοντας όσο ακριβώς χρειάζεται από τη σκιά της επιρροής του Malick, ο φοβερός David Gordon Green φέρνει τους αγαπημένους του ήρωες - νεαρά παιδιά του φτωχού αγροτικού νότου - αντιμέτωπους με μια μοίρα τραγική και με αμαρτίες του παρελθόντος. Η κάμερά του ζωγραφίζει σαν βγαίνει στην φύση ακολουθώντας τα δυο αδέλφια που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον βίαιο θείο τους, αλλά ταυτόχρονα επιτυγχάνει να διεισδύσει στην ψυχή τους με την ηρεμία και τη ποιητική δύναμη ενός ξεχωριστού αφηγητή. Η πραγματική αποκάλυψη όμως είναι ο Jamie Bell καθώς ενηλικιώνεται ερμηνευτικά παράλληλα με τον ήρωά του.

91) Le Scaphandre et le Papillon (2007), του Julian Schnabel
Το Σκάφανδρο αποτελεί υπόδειγμα ταινίας που αποφεύγει με χαρακτηριστική ευκολία το εκβιαστικό του θέμα, καθώς ο Schnabel επιλέγει σοφά να αναδείξει το συναίσθημα μέσα από την εντυπωσιακή του κινηματογράφηση. Τα οπτικά ευρήματα και τα πειράματα με την γλώσσα και την γραμματική του σινεμά εντυπωσιάζουν και αναδεικνύουν σε πραγματικό θέμα του φιλμ την μετα-επικοινωνία. Παίζοντας με την εντυπωσιακή -δεδομένων των συνθηκών- υιοθέτηση μιας αφήγησης υποκειμενικής, οι φλυαρίες και τα κραυγαλέα μηνύματα ανάλογων εγχειρημάτων του παρελθόντος παραγκωνίζονται από μια εικαστική πανδαισία που προτιμάει να μιλήσει για το δικαίωμα στη ζωή, και το πράττει με κομψότητα και συγκινητική αξιοπρέπεια.

Α.Π.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

LE NOTTI DI CABIRIA (1957)

Κάθε φορά που ένας μεγάλος σκηνοθέτης καλείται να επιλέξει τους δύο-τρεις αγαπημένους του δημιουργούς στην ιστορία του κινηματογράφου, το όνομα του Fellini δηλώνει σχεδόν πάντα το παρόν. Γεγονός αξιοσημείωτο, αλλά διόλου τυχαίο. Μπορεί ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός του μαέστρου να είναι στις καλύτερες των περιπτώσεων αφελής και απλοϊκός, ωστόσο αυτή η διαπίστωση μοιάζει να απασχολεί περισσότερο όσους προσεγγίζουν το σινεμά από μια σκοπιά θεωρητική. Η ικανότητά του να πλάθει ένα σύμπαν ονειρικό, γεμάτο πολύχρωμους χαρακτήρες που παιχνιδίζουν ανάμεσα στο συμβολισμό και το λυρισμό, αναπόφευκτα σαγηνεύει τους συναδέλφους του. Χάρη στην μυθοπλαστική (με την απόλυτη σημασία του όρου) ικανότητά του, ο Fellini θα συγκινεί πάντα όσους προτιμούν να ονειρεύονται και εκείνους για τους οποίους ο περιβάλλων κόσμος είναι απλά η πρώτη ύλη για ιστορίες που τον ξεπερνούν.

Έτσι κι εδώ, αν η ιστορία της Cabiria – η πόρνη με τη χρυσή καρδιά – είχε γυριστεί, για παράδειγμα, από τον Pasolini (ο οποίος αναφέρεται στους τίτλους ως συνεργάτης στο σενάριο), θα είχαμε κατά πάσα πιθανότητα να κάνουμε με μια ποιητική μελέτη πάνω στη ψυχολογία και τη θέση των λούμπεν. Ο Fellini ωστόσο κρατάει μόνο τον επιθετικό προσδιορισμό «ποιητική» και επιχειρεί να εξυψώσει την ταινία του σε ένα επίπεδο πνευματικό, σχετικά αδιάφορο για το κοινωνικό γίγνεσθαι, σφόδρα επηρεασμένο από την καθολική μεταφυσική με την οποία ανατράφηκε. Ταυτόχρονα όμως παρουσιάζεται συγκινητικά ανθρωποκεντρικός στις εμφανείς πλέον αμφιβολίες του απέναντι στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Χρησιμοποιώντας μια αφήγηση κυκλική, θα διαβεί όλη την πορεία από το κωμικό στο τραγικό (η εναρκτήρια σεκάνς της εξαπάτησης της ηρωίδας πλάι στο ποτάμι κινηματογραφείται σε πολύ γενικά κάδρα, ενώ η παρόμοια σκηνή στο φινάλε προτιμάει τα κοντινά – για να θυμηθούμε τη γνωστή ρήση του Chaplin*, σαφή επιρροή για την Giulietta Masina) και παράλληλα θα εικονογραφήσει την πορεία της αποψίλωσης της Cabiria από τα υλικά αγαθά στη ζωή της. Τα τελευταία βιώνονται ως ένα βάρος από το οποίο πρέπει πάση θυσία να απαλλαγεί προκειμένου να φτάσει στην εξιλέωση (δηλαδή στην ξέγνοιαστη ευτυχία).

Η επεισοδιακή καταγραφή της καθημερινότητας της Cabiria (ανάλογη με εκείνη των Βιτελλόνων ή του Marcello της Dolce Vita) ακολουθεί μια μελετημένη διαδρομή προς την αποκοπή των υλικών δεσμών με μέσο την εξοργιστική ευπιστία της ηρωίδας. Υποκύπτοντας χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στις ερωτικές υποσχέσεις κάθε τυχοδιώκτη, θα απολέσει στην αρχή τη τσάντα της, στη συνέχεια το ίδιο της το σπίτι (για το οποίο καμαρώνει στη μισή ταινία) και στο τέλος όλα τα περιουσιακά αγαθά της. Αυτό όμως που δεν θα χάσει ποτέ είναι η πίστη της στους συνανθρώπους της και στην ανάγκη για αγάπη. Ο πάντα αισιόδοξος Fellini, αφού πρώτα συντρίψει τις καρδιές μας σε μια αξέχαστη τελική σκηνή, θα βάλει τη σύζυγο/πρωταγωνίστριά του να χαμογελάσει στην κάμερα και θα παραδώσει με αυτόν τον τρόπο έναν μικρό ύμνο για εκείνους που δεν τα παρατάνε ποτέ και πιστεύουν ενάντια σε κάθε λογική. Πιστεύουν όχι σε κάτι έξωθεν της ανθρωπότητας (η σκηνή όπου η Cabiria ξεσπάει απέναντι στο ανώφελο της θρησκευτικής προσευχής είναι ενδεικτική), αλλά σε όσα αυτή περικλείει: ένα χαμόγελο, ένας χαιρετισμός, μία απλή συντροφιά, όπως θα διαπιστώσει τέσσερα χρόνια αργότερα και ο γιος του Max von Sydow στο Μέσα από το Σπασμένο Καθρέφτη του Bergman.

*Life is a tragedy when seen in close-up, but a comedy in long shot.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

ANTICHRIST (2009)

Αν εξετάσουμε την χριστιανική θρησκεία με γνήσιους όρους διαλεκτικής, καταλήγουμε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει Θεός χωρίς τον Διάβολο. Και φυσικά, δεν μπορεί να υπάρξει Χριστός χωρίς τον Αντίχριστο, για να πάρουμε ένα «ζευγάρι» όπου τα γλωσσικά σημεία μοιάζουν αρκούντως εύγλωττα. Κατά συνέπεια, πιστεύω στον έναν σημαίνει ότι πιστεύω και στον άλλον – στη θέση του «πιστεύω» θα μπορούσε να βρίσκεται οποιοδήποτε άλλο ρήμα, πχ. το «φοβάμαι», για να θυμηθούμε την ηρωίδα της Mia Farrow στο Rosemary’s Baby και τις συνέπειες της αυστηρότατης καθολικής ανατροφής της. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι θεοποίηση και δαιμονοποίηση είναι στην πραγματικότητα δύο έννοιες συγγενικές, συμπέρασμα που δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν καθώς αμφότερες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος εφαρμογής και ανάπτυξης στην περιοχή του αγνώστου. Οτιδήποτε μας διαφεύγει, καθετί που δεν μπορούμε να αγγίξουμε, να συλλάβουμε και να κατανοήσουμε γίνεται για μας ο Θεός ή ο Σατανάς. Και τίποτα δεν υπήρξε πιο απρόσιτο σε ολόκληρη την Ιστορία της ανθρωπότητας από την ίδια τη Φύση.

Σε μια εποχή που επιστήμη και τεχνολογία θριαμβεύουν, όσο αυτές διευκολύνουν τη ζωή μας, άλλο τόσο μας απομακρύνουν από την μητέρα-φύση. Η πραγματικότητα πλέον περπατά στα τυποποιημένα μονοπάτια της αστικής αποξένωσης, μακριά από κάθε έννοια δημιουργικότητας. Ο κήπος της Εδέμ είναι πλέον ο κήπος ενός Άλλου, όχι πάντως του εαυτού μας, ο οποίος στη θεωρία τον αντιμετωπίζει ως μια τοποθεσία ουτοπική και στην πράξη τον αποφεύγει σαν τον…διάολο. Τι θα συμβεί όμως εάν ο σύγχρονος άνθρωπος αποφασίσει, προκειμένου να γιατρέψει τα τραύματά του, να επιστρέψει σε ένα περιβάλλον φυσικό, όμοιο με εκείνο των πρωτόπλαστων; Πιο συγκεκριμένα, ποια θα είναι η έκβαση μίας τέτοιας επιστροφής για ένα ζευγάρι μακρινών απογόνων του Αδάμ και της Εύας;
Ο Lars von Trier δεν μοιάζει καθόλου αισιόδοξος στη δική του απάντηση (η παρεξηγημένη αφιέρωση της ταινίας στον Andrei Tarkovsky ανοίγει έναν ενδιαφέροντα διάλογο με το σινεμά του τελευταίου όπου φύση και άνθρωπος εντάσσονταν σε ένα αρμονικό όλον) .

Ο θάνατος του μικρού παιδιού, σε μια αλησμόνητη εναρκτήρια σεκάνς και διόλου τυχαία καθώς γίνεται μάρτυρας της ερωτικής επαφής των γονιών του (η άγνωστη σε αυτό δημιουργός πράξη), συνιστά απλώς την αφορμή για να εξερευνήσει πάλι ο Δανός σκηνοθέτης την αθεράπευτη εμμονή του με τη Γυναίκα. Η τελευταία έχει γίνει αντικείμενο βασανιστικής εικονογράφησης στο πλαίσιο κάθε γνωστής κοινωνικής δομής (Breaking the Waves, Dancer in the Dark, Dogville). Τώρα, ο Trier απογυμνώνει τον καμβά του από καθετί περιττό (συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των ανθρώπων) και επιστρέφει το μυστήριο της θηλυκής φύσης σπίτι του. Η ηρωίδα της Charlotte Gainsbourg ενσωματώνει τη δημιουργό-Γυναίκα, εκείνο το αίνιγμα που είναι καταδικασμένο να προκαλεί φόβο, θαυμασμό, πόθο, μίσος και λατρεία στα αρσενικά. Με δύο λέξεις: θεοποίηση και δαιμονοποίηση. Τα πρώτα επίπεδα του ξεχωριστού αυτού φιλμ ξεγελούν, αλλά ο ήρωας του Willem Dafoe δεν είναι ο Αντίχριστος του τίτλου. Αντιθέτως, είναι ο άνθρωπος στη σύγχρονη εκδοχή του. Εγκεφαλικός και αλαζόνας, προσπαθεί με την εκλογίκευση να εξηγήσει τα πάντα. Μέχρι που θα κληθεί να αντιμετωπίσει τη φύση του, τη Δημιουργό του, και τότε θα βρεθεί να παλεύει γυμνός, με μόνο όπλο τα πρωτόγονα ένστικτά του. Ο Αντίχριστος (και ο Χριστός) είναι η γυναίκα της Gainsbourg, η φύση, η δημιουργία. Ο άντρας του Dafoe πρέπει να τη σκοτώσει για να συνεχίσει την ζωή του, θεραπευμένος.
Ο δημιουργός Trier όμως θα διαλέξει την άλλη πλευρά και θα προσφέρει το καλύτερο φιλμ της καριέρας του.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

CRASH (1996)

«Δε θα ήταν υπέροχο όπως ξαφνικά πεθαίνουμε, έτσι ξαφνικά να ζούσαμε;». Στη σπουδαία αυτή φράση της Katharine Hepburn συγκεντρώνεται η αιώνια ουτοπική επιδίωξη του ανθρώπου για «τελείωση». Σε μια καθημερινότητα που γνωρίζει καλά πώς να αδρανοποιεί και να μουδιάζει ακόμα και τα βαθύτερα ένστικτα, υπολανθάνει (και θα υπολανθάνει πάντα) η αναζήτηση της κορύφωσης: της στιγμιαίας μα απόλυτης συνειδητοποίησης του υπάρχειν. Μοναδική πραγματική περίπτωση κορύφωσης συνιστά ο θάνατος – ένα «μονοπώλιο» που σε σημαντικό βαθμό εξηγεί το φόβο μας για αυτόν (φόβος του αγνώστου). Υπάρχει ωστόσο και μία κατάσταση που προσεγγίζει εκείνη του θανάτου: ο οργασμός.

Η σύνδεση της σεξουαλικής κορύφωσης με το θάνατο είναι μια υπόθεση αιώνων που ο Καναδός φιλόσοφος David Cronenberg εκσυγχρονίζει εισάγοντας στην παραπάνω προβληματική το στοιχείο της τεχνολογίας. Εκτός από τις προεκτάσεις της στο ανθρώπινο σώμα (ο Vaughan θα αναφέρει ως τελικό στόχο του έργου του την ανάπλαση του ανθρώπινου σώματος μέσω αυτής), τις οποίες άλλωστε ο σκηνοθέτης επεξεργάστηκε και εικονογράφησε ήδη στο παρελθόν (βλ. για παράδειγμα τις χειρουργικές επεμβάσεις των αδελφών Mantle στο Dead Ringers), στο Crash θα επικεντρωθεί σε ένα συγκεκριμένο προϊόν της, το αυτοκίνητο. Σχεδιασμένο με καμπύλες που παραπέμπουν σε ελκυστικό κορμί και άρρηκτα συνδεδεμένο με την ανδρική σύλληψη της σεξουαλικότητας (έχετε δει αγώνες μηχανοκίνητου αθλητισμού χωρίς ημίγυμνα μοντέλα να περικυκλώνουν τα οχήματα;), το αυτοκίνητο σφύζει εκ φύσεως από ερωτισμό. Διασχίζει τις οδικές αρτηρίες όπως το απαραίτητο για τη στύση αίμα κυλάει στις φλέβες, ενώ η ταχύτητα που ξεπερνάει τα ανθρώπινα μέτρα γεννά την ηδονή της υπέρβασης. Και φυσικά, ενυπάρχει διαρκώς η απειλή της σύγκρουσης – η κορύφωση. Όλα αυτά αποκτούν την πραγματική τους διάσταση στο σημερινό δυτικό κόσμο όπου το αυτοκίνητο θεωρείται σχεδόν εξ’ ίσου αναγκαίο μ’ ένα σπίτι, πολλές φορές υποκαθιστώντας το – παραπέμπω στο προφίλ του επιχειρηματία στο εξαιρετικό Cosmopolis του Don DeLillo, φημολογούμενο επερχόμενο σχέδιο για τον Cronenberg.

Η ιδέα στην οποία στηρίζεται το μυθιστόρημα του J.G. Ballard και κατ’ επέκταση το κινηματογραφικό Crash είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη. Στα αμέσως επόμενα λεπτά ενός αυτοκινητιστικού ατυχήματος, οι εμπλεκόμενοι βιώνουν, σχεδόν ταυτόχρονα με το μετα-τραυματικό στρες, μια απότομη έκρηξη αδρεναλίνης με συνεπακόλουθη αύξηση της σεξουαλικής όρεξης. Θέμα – ταμπού για προφανείς λόγους ακόμα και στις μέρες μας, αποτελεί το ιδανικό όχημα για να πλάσει ο Cronenberg το νοσηρό πορτρέτο της σύγχρονης κοινωνίας που θεοποιεί, λόγω του ατελέσφορου της αναζήτησης, την «τελείωση». Η αναπαράσταση του τραγικού δυστυχήματος του James Dean δεν συνιστά μια τυχαία επιλογή, αντίθετα είναι ενδεικτική της μυθοποίησης όσων γνώρισαν απρόσμενα την κορύφωση, λες και δεν τη φοβήθηκαν ποτέ όπως οι υπόλοιποι κοινοί θνητοί («πέθανε για να γίνει αθάνατος, θα φωνάξει στο τέλος του show ο Vaughan). Το παράδειγμά του προσπαθούν να ακολουθήσουν οι ήρωες του φιλμ οι οποίοι αναγνωρίζονται μεταξύ τους από τα σημάδια που κληρονόμησαν σε αυτοκινητιστικά ατυχήματα – ερωτικές μελανιές, σφραγίδες πάθους. Η κάμερα θα καταγράψει την ηδονή που απολαμβάνουν από τα σκληρά μεταλλικά εξαρτήματα των αυτοκινήτων και τα ζεστά, αναπαυτικά καθίσματα που θυμίζουν διψασμένη σάρκα. Με τη καταλυτική συνδρομή της ατμοσφαιρικής μουσικής του Howard Shore, κυκλικοί ήχοι απόκοσμων μηχανών, θα παρακολουθήσουμε την οριακή ζωή μιας χούφτας ανθρώπων ανάμεσα σε μηχανοκίνητες συγκρούσεις και σκηνές γλαφυρού σεξ. Στο τέλος, κάποιοι θα τα καταφέρουν και κάποιοι όχι. Οι πρώτες φράσεις που ανταλλάσσει το πρωταγωνιστικό ζευγάρι James Spader – Deborah Kara Unger στην αρχή της ταινίας θα επαναληφθούν, διόλου τυχαία, στο φινάλε:

«Τελείωσες;»
«Όχι…»
«Ίσως την επόμενη φορά...».


Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

3-IRON (2004)

Η ποιητική της μοναξιάς και της βίας που αυτή υποκρύπτει μέσα της σε ελάχιστα μέρη συγκεντρώνεται τόσο περίφημα όσο στο άθλημα του γκολφ. Στα ανοιχτά πεδία και στις αποστάσεις που το μπαλάκι καλείται να καλύψει, ο ίδιος ο παίχτης μοιάζει με μία ξεχασμένη κουκίδα. Στους κλειστούς χώρους και στα ασφυκτικές γειτονιές της μεγαλούπολης, αυτές οι κουκίδες μπορεί να συνωστίζονται, ωστόσο παραμένουν εξίσου μόνες, καταδικασμένες να στρέφουν το μπαστούνι σε αβέβαιες βολές. Αποξενωμένοι και βυθισμένοι στα προβλήματα που διάλεξαν και στα όνειρα που άφησαν να φύγουν, δεν έχουν πλέον την όρεξη να βρουν το νόημα της ζωής όπως αυτό φανερώνεται μέσα από τη διαλεκτική σχέση με τον άλλον. Για τελευταίο καταφύγιο, ίσως, θα κρατήσουν μια παράξενη φαντασίωση, ένα όνειρο τρελλό.

Για την Sun-Hwa, αυτό το όνειρο ενσαρκώνεται σε έναν άντρα – λυτρωτή, έναν ικανό χειριστή του 3-Iron (ορολογία του γκολφ που υποδηλώνει ένα συγκεκριμένο είδος μπαστουνιού, δύσκολο στο χειρισμό, το οποίο και προτιμάται από εκλεκτούς μόνο παίκτες). Κάποιον σαν τον Tae-Suk, ένα φάντασμα της πόλης που κατοικεί τις ζωές των άλλων, τακτοποιεί τους κενούς χώρους και γεμίζει τους νεκρούς χρόνους. Στα εύγλωττα βλέμματά του και στις εύθραυστες εκφράσεις του, θα βρει τη διέξοδο από μια ζωή ανυπόφορη, καθημερινό θύμα της ψυχολογικής και σωματικής βίας που δέχεται από το σύζυγό της (όχι τυχαία το μόνο φλύαρο πρόσωπο της ταινίας). Θα τον ακολουθήσει σε μια απρόβλεπτη περιπέτεια, μια χειρονομία φροντίδας προς όλους τους ανθρώπους που τους παράτησαν στο κόσμο μόνους, άνευ μιας ανώτερης προστατευτικής Αρχής.

Οι έκδηλες μεταφυσικές ανησυχίες του φιλμ προσγειώνονται σοφά σε ένα επίπεδο συναισθηματικό. Με μία έξοχα ισορροπημένη αφήγηση, ο Kim-Ki Duk καθιστά ξεκάθαρο ότι και η Sun-Hwa αποτελεί την ενσάρκωση των ονείρων και των επιθυμιών του Tae-Suk. Αυτό το εκκεντρικό ζευγάρι αποτελεί το όχημα για να αποθεώσει ο σπουδαίος Κορεάτης δημιουργός την ετερότητα ως πρωταρχικό στοιχείο του έρωτα, λίγο πριν εικονογραφήσει την εξουδετέρωσή της – τη λαχτάρα για την απόλυτη ένωση, εκείνη που σα σκιά ξεγλιστρά από τα κάγκελα της φυλακής και που ζωγραφίζεται στο μηδέν της ζυγαριάς. Υπόκωφα βίαιη, βουβά κωμική, μα απόλυτα ρομαντική, αυτή η σπουδή πάνω στην παράλληλη πορεία και στα σημεία τομής ονείρου και πραγματικότητας, μιλάει ξεχωριστά στον κάθε θεατή ακροβατώντας πάνω σε μια βαθιά συλλογική αλήθεια: είμαστε όλοι άδεια σπίτια, εγκαταλελειμμένα δωμάτια που περιμένουν να κατοικηθούν.


Αχιλλέας Παπακωνσταντής