Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

TWELVE ANGRY MEN (1957)

Το είναι αναμεμειγμένο με το φαίνεσθαι, η αντικειμενικότητα χαμένη μέσα στην υποκειμενικότητα και η σιγουριά των πολλών επιτιθέμενη στην αμφιβολία του ενός. Αυτοί είναι οι δώδεκα ένορκοι. Δώδεκα άνδρες οι οποίοι καλούνται να αποφασίσουν για την ενοχή ή την αθωότητα ενός ανθρώπου, μέσα σε ένα κλειστοφοβικό δωμάτιο και χωρίς να το έχουν επιλέξει οι ίδιοι. Και που “θυμώνουν” όταν ένας εξ’ αυτών αρνείται να επικυρώσει την αρχική (και μάλλον αβασάνιστη) ενοχοποιητική απόφαση των υπολοίπων, καθώς αυτό τους στερεί την πολυπόθητη ομοφωνία που θα τους στείλει όλους σπίτια τους μια ώρα αρχύτερα.

Φυσικά, αν δεν υπήρχε αυτός ο ένας αποστάτης, δεν θα υπήρχε η ταινία. Αυτός ο φαινομενικά ασήμαντος ένορκος που δεν ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την αλήθεια, δεν καμώνεται ότι είναι ιδιαίτερα έξυπνος αλλά που σε κάθε περίπτωση διεκδικεί το δικαίωμα να αμφιβάλει και να θεωρεί αυτή του την αμφιβολία ως θεμελιώδες δικαίωμα δικό του αλλά και του κατηγορουμένου. Αυτός που ζητάει από τους υπολοίπους απλά να αφιερώσουν λίγο χρόνο για να σκεφτούν, να αναλύσουν και να ανασυνθέσουν τα όσα άκουσαν μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, πράγμα που σε τελική ανάλυση είναι η αυτονόητη υποχρέωσή τους ως ένορκοι.

Το τι είναι όμως αυτονόητο και τι όχι μοιάζει τελικά να είναι το διακύβευμα ολόκληρης της ταινίας. Ο ένας ένορκος δεν τσακώνεται με όλους τους άλλους αλλά με τις προκαταλήψεις αυτών. Και το πρόβλημα με τις προκαταλήψεις είναι ότι όταν μαζεύονται πολλές ισχυροποιούνται, όντας σπανίως αντικρουόμενες. Ποια είναι η λύση επομένως; Μα φυσικά η εκ των έσω αποδόμηση.


Ο Λιούμετ βάζει τον ένορκο με το νούμερο οκτώ να ενορχηστρώσει (ή καλύτερα να υποκινήσει) μια αναπαράσταση της δίκης αφαιρώντας από αυτή οποιοδήποτε στοιχείο δικαστικής τυπολατρείας ή νομικίστικης φιοριτούρας. Η απογύμνωση αυτή φέρνει στην επιφάνεια πράγματα που έχουν εκουσίως ή ακουσίως αγνοηθεί και που κουβαλάνε μέσα τους το σπόρο της αμφιβολίας. Αυτός ακριβώς ο σπόρος, αν και δε βρίσκει με την ίδια ταχύτητα και ευκολία γόνιμο έδαφος στα μυαλά όλων των ενόρκων, καταφέρνει τελικά να αντιστρέψει την αρχική απόφαση. Έστω κι αν στο τέλος κάποιοι ένορκοι συνεχίζουν να πιστεύουν στην ατελώς τεκμηριωμένη ενοχή του κατηγορουμένου. Έστω και αν κάποιοι αλλάζουν γνώμη απλά γιατί κουράστηκαν και θέλουν να φύγουν. Σε μια διαδικασία δημιουργικής σύγκρουσης μεταξύ χαρακτήρων όπως αυτή που παρακολουθούμε στην ταινία, δεν είναι και δεν μπορεί κανείς να απαιτεί να είναι τα πάντα απόλυτα ψυχρά, ορθολογικά και κυρίως ειρηνικά. Στο τέλος, έστω και χωρίς σωματική βία, πάντα κάποιος θα φύγει τραυματισμένος. Ρωτήστε και τον ένορκο με το νούμερο τρία.

Πάνος Αλεξόπουλος

2 σχόλια:

Arhontis είπε...

Πολύ καλή δουλειά...

Να προσθέσω πως είναι η μοναδική ταινία που ο Φόντα έκανε τον παραγωγό, ενώ έχει βγεί ως τηλεταινία το 1997, και σε μια Ρώσικη παραγωγή με αρκετές προσθήκες/αλλαγές, αλλά στο ίδιο πνεύμα πάντα.

Είναι μιά από τις αγαπημένες μου ταινίες.

ID είπε...

Πάνο, όταν και άμα το δεις παρακαλώ επικοινώνησε μαζί μου.