Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

MON ONCLE (1958)

Νευρωτικοί, νεοφιλελεύθεροι, «τουπεκιοφόροι», γαλλοσωβινίστ μπουρζουάδες διάγουν τον μεταμοντέρνο βίο τους στην πολυτέλεια του κενού. Η επίθεση του λαϊκοπόπ ντιζάιν αλλάζει τις ζωές τους ριζικά. Το τετράγωνο παράθυρο εκκυκλίζεται χάριν μόστρας εναέριου υποβρυχίου, τα μούσκουλα της νοικοκυράς αντικαθίστανται από καλώδια και αφήνονται στη χαλάρωσή τους και η πολυπόθητη τάξη επιβάλλεται πλήρως σε ένα προάστιο του Παρισιού. Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η αστική τάξη έχει επιτέλους γραπώσει το παντεσπάνι της και για να το γιορτάσει οργανώνει garden parties πιο βαρετά κι από την σεξουαλική ζωή των πρωτόπλαστων στον Παράδεισο. Κι επειδή δεν είναι σώφρον να ρισκάρει κανείς την ευτυχία του, αυτή φυλάσσεται 24/7 και οριοθετείται στις λειασμένες γραμμές υπερπολυτελών αυτοκινήτων, στα βέλη που επιβάλλουν ασφαλείς διαδρομές και στις εναποθέσεις τροχήλατων περιουσιών σε περίοπτες θέσεις.

Η Σιμόν ακόμη δεν έχει ενταχθεί στο πάνθεον των υπερηρώων, αλλά ο φεμινισμός κάνει την καπιταλιστική επανάστασή του σε αυτό το τακτοποιημένο αστικό τοπίο. Η γυναίκα είναι πλέον ελεύθερη να αντικαταστήσει το πλύσιμο πιάτων με ζέσταμα υστερικής φωνής, μπορεί να ξεχάσει για πάντα το σουτιέν της και να φροντίζει καθημερινώς να ανεβαίνει άλλο ένα σκαλοπάτι στον βωμό της ηλιθιότητας. Πάντα υπό τη ευγενική χορηγία του συζύγου της ο οποίος κανονίζει την ροή του χρήματος εντός οικίας από το αρχηγείο του στο εργοστάσιο-εκμοντερνισμένη ρέπλικα του αντίστοιχου στους “Μοντέρνους Καιρούς”. Όλα αυτά είναι τόσο πολύτιμα που κάποιος θέλει να είναι σίγουρος ότι δεν θα κινδυνεύσουν ποτέ.
Η λύση είναι μία. Μας τη δείχνει ο Τατί, όχι με την κάμερά του, αλλά προσκαλώντας μας να ακούσουμε ένα σενάριο… ήχων. Το υποδειγματικής υγιεινής εργοστάσιο, το αυτοκίνητο, η υψίστης ασφαλείας οικία, είναι χώροι σχεδόν άηχοι. Χαμηλής έντασης, μικρής διάρκειας, απεκδυόμενοι ανθρώπινων συναισθημάτων μηχανικοί ήχοι κυριαρχούν, κρατούν τα γκέμια μιας ζωής υποταγμένης στο κατασκευασμένα προβλέψιμο. Ο κύριος και η κυρία Αρπέλ εξοπλίζουν την ανάγκη τους για απαστράπτουσα ζωή αφοπλίζοντας την ακοή. Δείγματα της σύγχρονης αστικής αναπηρίας, οι Αρπέλ είναι δύο σακάτηδες που ανταπεξέρχονται στην ανάγκη τους για άνοδο όπως κάθε σωστός αστός: Αναπτύσσοντας την δεξιότητα της περιορισμένης όρασης. Οι Αρπέλ βλέπουν, μόνο που βλέπουν προστατευμένοι από τις γραμμές γύρω τους. Βλέπουν τις συνήθειες του γιου τους Ζεράρ και υιοθετούν κοινή πολιτική εξορισμού του εχθρού.

Όστις εχθρός είναι το απρόβλεπτο. Το απρόβλεπτο που δεν είναι εύκολο να εξοντωθεί, αδελφικό αίμα και σαρξ της Μανδάμ Αρπέλ γαρ, παίρνει την μορφή, ως άλλος Βελζεβούλης, του Ιλό, αυτού του Λάζαρου-Σαρλώ που προβάλλει μέσα από τα συντρίμμια της νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης.
Ο κύριος Ιλό, ακαμάτης μεσήλιξ παλικαρίσιου αναστήματος, οξυμμένης ακοής και όρασης, μέσα από την ανεκδιήγητη ροπή του στην ρέκλα και την εξωφρενική άγνοια των μεταμοντέρνων επιτευγμάτων, μετατρέπεται σε κίνδυνο εφάμιλλο του κομμουνισμού. Ο μικρός Ζεράρ, κοντά του, αναπτύσσεται όπως όλα τα ξεβράκωτα αλητήρια ανήλικα του λούμπεν πληθυσμού: λατρεύει γλυκίσματα πασπαλισμένα με ζάχαρη (εξ ορισμού απαγορευμένα, δηλαδή, ως καταστροφικά για το σιγυρισμένο σπίτι του), συμμετέχει σε παιχνίδια που περιλαμβάνουν τρεμπασκλάς σφυρίγματα, στοιχήματα και την διασκέδαση μέσω του παθήματος κακότυχου διαβάτη (κάτι που, εκτός από «ιναξεπτάμπλ» για την κλάση του μικρού είναι και ξένο προς την αστική αλληλεγγύη…) και, αν είναι δυνατόν!, ο μικρός βλέπει και ακούει παραστάσεις εκτός των προστατευτικών γραμμών. Καμμία προσπάθεια του εξοργισμένου Μεσιέ Αρπέλ δεν θα σταθεί ικανή να οριοθετήσει τον Ιλό. Η βυσματική τοποθέτησή του στο εργοστάσιο θα το μετατρέψει σε μονάδα παραγωγής άχρηστων -εμπορικώς- πολυμερών λουκάνικων (ικανών μόνο να ψυχαγωγούν τους εργαζόμενους και να μετατρέπονται σε σύμβολα της επανάστασης του προλεταριάτου), το προξενειό με την Φράου γειτόνισσα θα αποβεί μοιραίο για τον κήπο (αποκαλύπτοντας πως πίσω από τον αναβλύζοντα καρχαρία-σύμβολο της ταξικής ανόδου κρύβονται “μαύρες” δουλειές).


Όταν παρακολουθούμε τον κύριο Ιλό είμαστε έρμαια του αναπάντεχου. Όχι παθητικοί ή θυματοποιημένοι, αλλά μαγνητισμένοι θεατές της μαγείας της ίδιας της ζωής. Οι λεπτομέρειες στα κάδρα με τον κύριο Ιλό περιλαμβάνουν ωδικά πτηνά, μελωδίες ανθρώπινες -πολύ ανθρώπινες- αποστειρωμένες από κάθε μπουρζουά τονικότητα, εκκολαπτόμενες ενζενί ναζιάρικης τελειότητας, συντρίμμια που αφήνουν ελεύθερη τη θέα στον ουρανό και στα χωράφια που αντιστέκονται στην αστυφιλική επέλαση, μυρωδιές υπαίθριου λαϊκού ψησίματος και αυτοσχέδια παιχνίδια απαρχαιωμένης τεχνογνωσίας. Η τελευταία πρόκληση έρχεται με την μεθοδευμένη μετάθεση του Ιλό στην επαρχία. Κίνηση μελετημένη ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος της “αλλοτρίωσης” του Ζεράρ, καταλήγει σε Βατερλώ για τον κύριο Αρπέλ. Χωρίς να το καταλάβει γίνεται θύμα της ίδιας μπασκλάς διασκέδασης κι επικοινωνεί με τον γιο του όχι επιβάλλοντας την τάξη, αλλά ξεφεύγοντας από τις γραμμές μέσα σε ένα σταθμό λεωφορείων.

Τριανταδύο χρόνια πριν ο Ψαλιδοχέρης μετατρέψει την ψυχρο-βολεψική αμερικανική αισθητική σε χαρτοπόλεμο και άλλα τόσα μετά το βραχυκύκλωμα που προκάλεσε ο Τσάπλιν στους “Μοντέρνους Καιρούς”, ο Τατί αποδεικνύει μέσω του κυρίου Ιλό ότι η απόδραση από την βαριεστημάρα και το θανατερό ψοφόκρυο της προδιαγραφόμενης ανάπτυξης δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσα από τον έρωτα ή την επιμονή στην οπισθοδρομική αποχή. Η διαφορετικότητα δεν είναι καταδικασμένη να υποφέρει, να κρύβεται σε ερείπια ή να εξομοιώνεται. Ο Τατί δεν σηκώνει το βάρος της υπόδειξης. Δεν χειρίζεται σε κανένα σημείο της ταινίας μετασταλινικές προσεγγίσεις στο κεφάλαιο, ούτε προπαγανδίζει σπέρνοντας τον φόβο. Θα έλεγα ότι πάνω από όλα, μέσω της αντίθεσης δύο κόσμων και των υπερβολών τους, τον καίει να καταδεικνύει ότι η ουσία της ευτυχίας είναι ο δεσμός με την απλότητα. Μακριά από μεγαλοστομίες «αυθεντίας» και καλλιτεχνικού μασκαρέματος, ο Τατί ντύνει το αυτονόητο με μερικά υπέροχα πλάνα και μουσικές, αποδεικνύοντας, πέρα από κάθε πολιτικο-κοινωνικο-οικονομική προσέγγιση, ότι η ζωή δεν είναι ένα ελεγχόμενο πείραμα.
Κι αν η αστική υπεροψία φροντίζει να εξασφαλίσει ακόμη και την ομαλή προσγείωση στο γήρας, ο Τατί την δελεάζει να παρεκκλίνει με την προσφορά του μεγαλύτερου αγαθού· την όξυνση των αισθήσεων. Κάνοντάς την να αναρωτιέται αν τελικά έχει μεγαλύτερη σημασία η πολυτελής προσγείωση πάνω σε μεγατόνους ντιζάιν αναπηρίας ή η αιώρηση μέσα σε ήχους και εμπειρίες στερούμενα ορίων και προβλέψεων.
Ο Άνταμ Σμιθ θα έκλαιγε γοερά. Ο κύριος Ιλό τον έκανε τ' αλατιού με όπλο μία αυτόματη αυγουλιέρα και μία ρόδα ποδηλάτου.

Έρικα Βαραγγούλη

3 σχόλια:

YannisVasileiou είπε...

Ηλία έλεγες ότι έχεις ένα φοβερό κείμενο για το Mon Oncle στα χέρια σου κι εγώ σε ειρωνεύτηκα...

Κούνια που με κούναγε...

Θα έδινα τα συγχαρητήρια μου στην αρθρογράφο, αλλά δε θα ήταν αρκετά...

Θα επιλέξω λοιπόν μια πιο 'αθλητική' οδό...ΜΠΡΑΒΟ ΚΟΡΙΤΣΑΡΑ ΜΟΥ!!!

ναυτίλος είπε...

Υπέροχο σχόλιο πάνω σε ένα αριστούργημα .Δεν έχω βαρεθεί να τη βλέπω αυτή την ταινία . Είναι από τις ταινίες "παράθυρα" όπως τις λέω εγώ , δηλ. σου ανοίγονται κάποια παράθυρα και βλέπεις τη ζωή με άλλα μάτια ...

slave to vertigo είπε...

Την αγαπώ πολύ αυτή την ταινία. Την είχα δει σε θερινό κάποια χρόνια πριν (ξέρω ξέρω, κάθε καλοκαίρι είναι στο μενού) και με κέρδισε όπως δεν κατάφεραν ποτέ οι ταινίες του Chaplin. Ωραίο κείμενο. Πάντα τέτοια. Αυτόματη αυγουλιέρα.