Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

THE OTHERS (2001)

Πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν;
Το προαιώνιο και, τουλάχιστον ως τη στιγμή που γράφονταν τούτες εδώ οι γραμμές, αναπάντητο αυτό ερώτημα, αποτελεί ουσιαστικά το σημείο εκκίνησης πολλών ταινιών τρόμου. Από εκεί και έπειτα χωρίζεται η ήρα από το σιτάρι. Οι περισσότερες απλά προσπαθούν με νύχια και με δόντια να μας τρομάξουν. Κάποιες φορές το πετυχαίνουν. Τότε όμως ενεργοποιούνται οι απαραίτητοι για την ψυχική μας ισορροπία, μηχανισμοί εκλογίκευσης και ο τρόμος πάει περίπατο, δίνοντας συχνά τη θέση του στη θυμηδία...

Το “The Others” ανήκει στην άλλη μερίδα ταινιών τρόμου. Σε εκείνες που όχι μόνο καταφέρνουν να προκαλούν ανατριχίλες, ξαφνιάσματα και μουδιάσματα στομαχιών από την αρχή μέχρι το τέλος, αλλά που επιπλέον πετυχαίνουν να μεταφέρουν τα μεταφυσικά ερωτήματα, σε ένα επίπεδο καθαρά υπαρξιακό.
Ακρογωνιαίος λίθος της ταινίας είναι, νομίζω, η σύμβαση που εξ’ αρχής θέτει το ιδιαιτέρως ευέλικτο σενάριο. Ο λόγος για την σπανιότατη φωτοφοβική ασθένεια από την οποία πάσχουν τα δύο παιδιά της κεντρικής ηρωΐδας, η οποία έχει επιβάλλει κάποιους αυστηρούς κανόνες μέσα στο σπίτι. Για παράδειγμα, τα παράθυρα καλύπτονται από βαριές κουρτίνες, ενώ όποιος διασχίζει τα δωμάτια, πρέπει πάντα να κλείνει και να κλειδώνει τις πόρτες πίσω του, προφυλάσσοντας έτσι τους χώρους από την καταστροφική, για την υγεία των παιδιών, είσοδο του φωτός. Το σπίτι στερείται ηλεκτρικού ρεύματος και έτσι μόνο τα κεριά και τα καντηλέρια που κουβαλούν οι ένοικοί του, φωτίζουν αμυδρά τους δαιδαλώδεις διαδρόμους και τις σκοτεινές γωνιές.


Μέσα στο αφύσικο αυτό φωτιστικό περιβάλλον, η μάνα, παρακινούμενη από ένα μείγμα θρησκοληψίας και πουριτανισμού, έχει καταφέρει να εμφυσήσει στα παιδιά, φοβίες και ενοχές που κάνουν την ήδη προβληματική ζωή τους, να μοιάζει με εφιάλτη.
Το πανηγύρι ξεκινά με την άφιξη τριών προσώπων, τα οποία προσλαμβάνονται για να στελεχώσουν το υπηρετικό προσωπικό. Αρχικά τα παράξενα φαινόμενα, περιορίζονται σε θορύβους καθώς και σε μαρτυρίες του, μάλλον ευφάνταστου, κοριτσιού. H συνέχεια όμως είναι ακόμη πιο τρομακτική. Πιάνα παίζουν μόνα τους, κλειδωμένες πόρτες ανοιγοκλείνουν, συζητήσεις και μουρμουρητά ακούγονται σε άδεια δωμάτια, κουρτίνες εξαφανίζονται...
Κάθε λεπτό που περνά, καινούρια ερωτήματα γεννιούνται στον θεατή. Ποιοι είναι οι άγνωστοι που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι; Τι κρύβει ο κηπουρός κάτω από τα ξερά φύλλα στον κήπο; Τι είναι τα «Βιβλία των Νεκρών»; Πώς έχασε η Λύντια τη φωνή της; Γιατί ο μικρός Βίκτωρ, το αγόρι που εμφανίζεται στο δωμάτιο των παιδιών, τραβά τις κουρτίνες για να μπει φως; Κάθε νέο στοιχείο, αντί να ξεδιαλύνει την ομίχλη την πυκνώνει ακόμη πιο πολύ. Κι όμως, η αλήθεια είναι μπροστά μας. Μόνο που δεν μπορούμε να τη δούμε γιατί, όπως και η ηρωΐδα της ταινίας, έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Ακολουθώντας το παράδειγμα των παλιών μαστόρων του είδους, ο Amenabar στηρίχτηκε στο τρίπτυχο σκηνογραφία – φωτογραφία – ήχος.
Το μεγαλύτερο βάρος έπεσε στις πλάτες του διευθυντή φωτογραφίας Xavier Aguirresarobe (πρόσφατα είδαμε τη δουλειά του και στο “Vicky Christina Barcelona” ) ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να σχεδιάσει τους φωτισμούς του με τους περιορισμούς που του επέβαλε το σενάριο. Κανένα φως που να μοιάζει πως προέρχεται από τα παράθυρα ή από ηλεκτρικούς λαμπτήρες δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις, οι τεχνικοί κρατούσαν τους προβολείς στα χέρια τους και μετακινούνταν ανάλογα με την κίνηση των ηθοποιών. Με τον τρόπο αυτόν όχι μόνο δίνεται η αίσθηση ότι το φως προέρχεται πραγματικά από τα κεριά, αλλά ταυτόχρονα οι κινούμενες σκιές και οι φευγαλέες λάμψεις, περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο την «ζωή» κάποιων ανθρώπων που βρίσκονται στο σκοτάδι και ανακαλύπτουν κάτι που έρχεται από το φως.
Το ίδιο σημαντικός είναι και ο ήχος, αφού στις περισσότερες σκηνές, οι άγνωστοι που έχουν εισχωρήσει στο σπίτι της οικογένειας, ακούγονται αλλά δεν φαίνονται. Το εξαιρετικό στη σύλληψη sound design, από τη μια βοηθά το θεατή να κατανοήσει πλήρως την γεωγραφία του μισοσκότεινου σπιτιού και από την άλλη, λειτουργώντας στο υποσυνείδητο του, τον στρέφει προς τις διάφορες ερμηνείες που επιθυμεί ο σκηνοθέτης. Όταν για παράδειγμα, ένας ανεπαίσθητος ψίθυρος ακούγεται από κει που έχουμε δει να φεύγει ένας από τους χαρακτήρες, αμέσως στο μυαλό μας τον «ενοχοποιούμε» και πέφτουμε έτσι στην παγίδα που μας έχουν στήσει από κοινού ο σκηνοθέτης και ο sound designer.
Η εύθραυστη λευκότητα της Kidman, αποτέλεσε τον τέλειο καμβά για μια ηρωΐδα που άγεται και φέρεται από τις πιο φριχτές ενοχές που μπορεί κανείς να φανταστεί.
Παρά όμως την συνταρακτική ερμηνεία της, το μέτρο το δίνει νομίζω η κυρία Mills, η οικονόμος (κατά κόσμον, Fionnula Flanagan). Η ηρωΐδα αυτή δεν λεει ούτε ένα ψέμμα σε όλη την ταινία. Πρέπει όμως κανείς να προσέξει το αινιγματικό βλέμμα της, για να προσπαθήσει να ερμηνεύσει την αλήθεια της -που συναντιέται υποχρεωτικά με την κοινή ανθρώπινη μοίρα.

Γιώργος Παναγιωτάκης

8 σχόλια:

“Skinny legs and all” είπε...

Εξαιρετική ταινία και ωραία αναλύεις τα όσα συμβαίνουν, κυρίως πίσω από τις κάμερες.
Ωστόσο θα διαφωνήσω κάθετα στο σημείο που αναφέρεις την Kidman. Νομίζω πως έχεις κάνει κάποιο λάθος στη παρουσίασή της. Γράφεις «άγεται και φέρεται από τις πιο φριχτές ενοχές που μπορεί κανείς να φανταστεί» αλλά δεν νομίζω να ισχύει κάτι τέτοιο διότι όπως αναφέρεις παραπάνω «η αλήθεια είναι μπροστά μας μόνο που δεν μπορούμε να τη δούμε γιατί, όπως και η ηρωίδα της ταινίας, έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε με έναν συγκεκριμένο τρόπο». Οπότε δεν μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο, όχι γιατί δεν στέκει στο κείμενο, αλλά γιατί με τα δικά μου τα μάτια, είδα έναν χαρακτήρα θρησκόληπτο, όπως αναφέρεις, που έρχεται σε αντίθεση με τις σκέψεις που η ίδια κάνει αλλά φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχτεί, λόγω της θρησκοληψίας. Οπότε δεν μπορεί να διακατέχεται από καμία ενοχή για το οτιδήποτε συμβαίνει...
Επίσης θα διαφωνήσω στο σημείο που αναφέρεσαι πάλι στην μάνα λέγοντας «έχει καταφέρει να εμφυσήσει στα παιδιά, φοβίες και ενοχές που κάνουν την ήδη προβληματική ζωή τους, να μοιάζει με εφιάλτη». Το αγοράκι στην ταινία φοβάται κάτι το αφύσικο το οποίο υπάρχει μέσα στο σπίτι. Πράγμα που σημαίνει ότι έρχεται σε αντίθεση με την θρησκοληψία της μάνας η οποία σε όλη την διάρκεια της ταινίας αρνείται κατηγορηματικά κάτι τέτοιο (σε σημείο που να τιμωρεί τα παιδιά της επειδή ισχυρίζονται το αντίθετο). Το κοριτσάκι δε, πέραν από τον φόβο που έχει για την ασθένεια του (όπως σωστά αναφέρεις), δενομίζω να φοβάται στο ελάχιστο τα όσα συμβαίνουν στο σπίτι, μάλιστα αν θυμάμαι καλά, το ρίχνει και την ζωγραφική.
Δυο λόγοι για τους οποίους πιστεύω ότι η μάνα δεν μπορεί να έχει εμφυσήσει φοβίες και ενοχές στα παιδιά, σεναριακά τουλάχιστον δεν φαίνεται κάτι τέτοιο.
Nice κειμενάκι though, για μια καταπληκτική, κατά την άποψή μου, ταινία, από εκείνες που σπανίζουν στις μέρες μας και χαίρομαι που ο κόσμος τις αναγνωρίζει. Επίσης πολύ καλές οι πληροφορίες, τόσο για τον διευθυντή φωτογραφίας, όσο και το sound design.
(Το Book of the Dead τα έσπαγε...)

zubizabata είπε...

Skinny Legs honestly δεν κατάλαβα Χριστό απ' όσα έγραψες...

(Που μεταξύ μας ο Χριστός είναι κι αυτός φάντασμα)

Γιώργος είπε...

Skinny, αυτό που έχει κάνει εν ζωή η μάνα στα παιδιά της, θεωρώ ότι είναι υπεραρκετό για να έχει ενοχές. Νομίζω ότι πρέπει να την ξαναδείς την ταινία για να τη θυμηθείς καλύτερα.

Πανοσ είπε...

Same here.

(By the way, ταινιάρα)

costello είπε...

Χμμμ, ψιλουπερεκτιμημένη, χωρίς να σημαίνει ότι δεν είναι καλή. Αλλά την παραδέχομαι για πολλά πράγματα, όπως το φινάλε.

alex είπε...

Νομίζω καταλαβαίνω τι εννοεί ο skinny στο πρωτο σκέλος της παρατήρησής του. Οι ενοχές της μάνας kidman αναφορικά με ό,τι συμβαίνει στο σπίτι είναι μάλλον ανύπαρκτες, προφανώς λόγω ανυπαρξίας συσχέτισης της με το "θέμα" που κρύβει το σπίτι. Πολύ απλά.
Όμως αναφορικά με το δεύτερο σκέλος, φίλε skinny, με όλο το θάρρος νομίζω είσαι λάθος. Τα προβλήματα της μάνας και η αποκλίνουσα θρησκόληπτη προσωπικότητά της προφανώς μεταφέρουν ενοχές και φόβους σε 10χρονα παιδιά που αδυνατούν να εξηγήσουνν τα ανεξήγητα και κανείς δεν τα πιστεύει. Είναι ψυχαναγκασμός να προσπαθούν να προπαγανδήσουν τη σκέψη σου και να αναρωτιέσαι - όντας "πιτσιρίκος" - μήπως τελικά τρελάθηκες...

Γιώργος είπε...

alex, οι ενοχές έχουν μια εκπληκτική ικανότητα να δρουν υπογείως. Έχουν επίσης την ικανότητα να προακαλούν μια επιλεκτική λήθη.

“Skinny legs and all” είπε...

Προφανώς και δεν έγινα κατανοητός και ίσως να φταιει ο τρόπος έκφρασης που χρησιμοποίησα. Με κάλυψαν όμως τα σχόλια των υπολοίπων οπότε cool…