Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

SOLARIS (1972)

Στο “Solaris” η έννοια της αναζήτησης είναι βασισμένη στα κλασικά πρότυπα της επιστημονικής φαντασίας. Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της αποκαλούμενης “προσδοκώμενης αφήγησης”, ο Tarkovsky τείνει να ενσωματώσει ένα είδος αγχωτικής αμφιβολίας και το μυστήριο της αναζήτησης στην ίδια τη δομή της ταινίας.

Για τον Andrei Tarkovsky, όπως και για την επιστημονική φαντασία στο σύνολό της, η βάση μιας ιστορίας εντοπίζεται στην ανάγκη για μια αναζήτηση. Στο “Solaris” υπάρχει πάντα κάτι που αναζητείται και κάτι που ανακαλύπτεται: ένας ωκεανός που επαναφέρει μνήμες, ένα δωμάτιο που αντηχεί επιθυμίες, μια θανατηφόρα έλξη μεταξύ λογικής και παράνοιας.

Η ιστορία ξετυλίγεται μέσω του οράματος ενός αστροναύτη, του Barton, ο οποίος ενημερώνεται για μια επιτροπή έρευνας. Κατά την αποστολή του στον πλανήτη Solaris, η οθόνη παραμένει κενή: δεν προβάλλεται τίποτα. Το μυστήριο είναι ήδη σε ισχύ. Αυτό το κενό είναι και ο στόχος της έρευνας, που διεξάγεται από τον πρωταγωνιστή (Kelvin). Μέσω ενός ξεπερασμένου είδους ρεαλισμού, οτιδήποτε υπήρξε με σκοπό να εξηγηθεί, καθίσταται τώρα σαφές: το μυστήριο εδώ νοείται ως επιστημονική έννοια, ως αντίκτυπος του επιστημονικού περιβάλλοντος και ως στόχος.

Ο σκηνοθέτης, αναφερόμενος στη δυναμική αναπαράσταση και όχι στη στατική και μετωπική απεικόνιση του χώρου, αποδίδει την έννοια της ακατάπαυστης εναλλαγής οπτικών ερεθισμάτων. Αντιμετωπίζει τον χρόνο ως αποθήκη οπτικών εντυπώσεων, στην οποία η εναλλαγή των εικόνων εμπλουτίζεται από την ταχύτητα της κίνησης με τέτοιο τρόπο ώστε η οπτική συνέχεια να μετατρέπεται σε χρονικά και χωρικά αποσπάσματα, που εμπεριέχουν τη μνήμη του προηγούμενου και την προσδοκία του επόμενου γεγονότος.


Το ταξίδι για τον ήρωα του Tarkovsky ακολουθεί μια προοδευτική πορεία: αρχικά εξελίσσεται κατά μήκος μιας αρμονικής και ειρηνικής διαδρομής, ενώ στη συνέχεια ο εμβρυϊκός χώρος έρχεται σε αντίθεση με τη ζώνη του μυστηρίου και η κοσμική τάξη αντιπαραβάλλεται με το κοσμικό χάος. Τα πλάνα με συμβολική λειτουργία, που δείχνουν τον ήρωα να χρησιμοποιεί τα δάχτυλά του για να αγγίξει τις πόρτες και τα αντικείμενα στο σπίτι του, ενισχύουν αυτή την αντιπροσωπευτική σχέση σε τοπολογικό επίπεδο. Η βροχή ενυδατώνει το σώμα του ήρωα, προτού να αφήσει τη μητέρα-γη και η φύση εμφανίζεται κενή στην αιωνιότητά της. Ο ουρανός, η γη και οι άνθρωποι διαμορφώνουν μια ενότητα, η οποία εκφράζει την κοσμική τάξη. Έτσι, το άτομο και η φύση δεν είναι πλέον δύο ξεχωριστές σφαίρες, αλλά διαμορφώνουν μία μοναδική κοινωνία.

Στο σημείο αυτό ξεκινάει μια σειρά από διαδοχικά ταξίδια. Αρχικά, μια μεγάλη βόλτα με αυτοκίνητο μέσω μιας ιαπωνικής πόλης, όπου η κάμερα κινείται διαρκώς στην προσπάθειά της να συλλάβει τη συνέχεια και ασυνέχεια των δρόμων.

Η κινηματογραφική γλώσσα προσφέρει στον σκηνοθέτη το σημείο εκκίνησης για να παίξει με τις έννοιες του συνεχούς και του ασυνεχούς. Η αφηγηματική του τεχνική λειτουργεί μέσω των διαδοχικών εντυπώσεων που προβάλλουν από το συνεχές, ενώ η αγωνία πηγάζει από ένα φαινομενικά ελαττωματικό συνεχές, το οποίο διορθώνεται από την αναβληθείσα σύνδεση των εικόνων που παρατάσσονται, καθώς η ασυνέχεια πολλαπλασιάζει τις ρήξεις, ώστε να παράγει συγκοπτόμενους ρυθμούς, αναπνοές. Η ταχύτητα του αυτοκινήτου και το μήκος του δρόμου, σε συνδυασμό με την παρουσία άλλων αυτοκινήτων, δημιουργούν ένα αρνητικό συναίσθημα, κάτι σαν κόπωση. Το διάστημα καθορίζεται από μία συνεχή μετακίνηση και από την απουσία κατεύθυνσης.

Οι συνεχείς παρατάξεις εικόνων που υπάρχουν στην ταινία λειτουργούν σαν κρυμμένος ιλουζιονισμός: επιδεικνύουν ιδιότητες της σκηνοθετικής τεχνικής του Tarkovsky, που συγκαλύπτονται από την ίδια τους τη χρήση από τον σκηνοθέτη.

Το δεύτερο ταξίδι του ήρωα ξεκινά μέσα σε ένα κινηματογραφικό περιβάλλον “φανταστικού ρεαλισμού”, το οποίο προσδιορίζεται από ένα σταθερό ρυθμό. Την ίδια στιγμή που ο Kelvin συλλογίζεται τον κόσμο, εμείς κοιτάζουμε βαθιά μέσα στα μάτια του, που περιέχουν αυτόν τον κόσμο. Με άλλα λόγια, το ταξίδι ωθεί τον θεατή να διαπεράσει το πρόσωπο του ήρωα και να προχωρήσει σε μια αναζήτηση του εσωτερικού του κόσμου. Με την έννοια αυτή, το ταξίδι προς τον πλανήτη Solaris αποτελεί περισσότερο ένα ταξίδι ενδοσκόπησης παρά ένα ταξίδι μεταξύ δύο πλανητών.

Ο φανταστικός ρεαλισμός υπονοεί την εύρεση του φανταστικού στο βάθος του πραγματικού: αν το Solaris επεξηγεί τη λειτουργία του σύμπαντος, οι θεατές οφείλουν να εξερευνήσουν τα όρια του δυνατού. Αν το κύριο χαρακτηριστικό του πρώτου ταξιδιού είναι η ανθρώπινη δράση κατά μήκος μιας σταθερής πορείας, τότε στο δεύτερο ταξίδι το άτομο επιχειρεί να αναζητήσει τον πυρήνα του λαβυρίνθου, το “κρυφό” κέντρο, εκεί που κρύβεται η απόλυτη ισορροπία του ανθρώπου με τη φύση.

Ο ωκεανός αποτελεί την επόμενη αναζήτηση του Kelvin. Πρόκειται για ένα μέρος που προσδιορίζεται από μια αδιαφανή ρευστή ουσία και από έντονη μεταβλητότητα, όπου οι άγριοι άνεμοι και τα κύματα γίνονται σύμβολα μιας εσωτερικής φύσης. Ο ωκεανός μοιάζει να εκτείνεται αναποφάσιστος και επικίνδυνος στο άπειρο, αλλάζοντας διαρκώς τη μορφή του. Διεισδύει μέσα στις σκέψεις των “κατοίκων” του Solaris, ενώ παράγει αντίγραφα της μνήμης τους και των κρυφών τους επιθυμιών.

Το μεγαλείο του μύθου στο “Solaris” έγκειται στο ότι αντιστρέφει την ερώτηση για τη φύση του κόσμου σε ερώτηση για τη φύση του ατόμου που αναρωτιέται. Η ταινία μετατρέπει τα ερωτήματά μας για το σύμπαν σε εμπειρίες και δοκιμασίες μέσα από τις οποίες αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα…

Ιωάννα Χαλάτση

2 σχόλια:

Dynx είπε...

Tι να πω τώρα; Πιστεύω ότι είναι από τις καλύτερες ταινίες. Δυσκολεύτηκα να διαβάσω την κριτική σας μόνο και μόνο επειδή μόνο διαβάζοντας τον τίτλο και βλέποντας τις εικόνες ένιωσα την ίδια συγκίνηση που νιώθω όποτε βλέπω την ίδια την ταινία (με τη μουσική του Μπαχ να προσφέρει βάρος, ανθρωπιά και διαχρονικότητα).

Ο σχολιασμός σας είναι εξαιρετικός, μοναδική μου ένσταση ότι ίσως υπεραναλύει κάπως την ταινία: ο ίδιος ο Ταρκόφσκι είχε πει ότι οι ταινίες του δεν περιέχουν κρυμμένα μηνύματα, ούτε τα αντικείμενα και οι σκηνές συμβολίζουν κάτι συγκεκριμένο.

Για μένα αυτή η ταινία (όπως και οι υπόλοιπες 6 του Ταρκόφσκι) σημαίνει μία μυστική επικοινωνία με τον Θεό. Και το παράδοξο είναι ότι από όλες τις ταινίες του, το Solaris ήταν η λιγότερη αγαπητή στον Ταρκόφσκι!

ΥΓ. Δεν θυμάμαι που, αλλά είχα διαβάσει ότι η σκηνή με το αυτοκίνητο στους δρόμους του Τόκιο κρατάει τόσο πολύ για να δικαιολογήσει ο Ταρκόφσκι το ταξίδι στην Ιαπωνία (επαγγελματικά ταξίδια εκτός Ρωσίας τότε ήταν δύσκολα να εγκριθούν, οπότε δεν ήταν δυνατό να μπει στη διαδικασία και στα έξοδα για ένα τέτοιο ταξίδι και η σκηνή να κρατά λίγα δευτερόλεπτα μόνο). Δεν ξέρω αν τελικά ισχύει.

academy είπε...

Τι να πεί κανείς τώρα για ον ωκεανό αγάπης Solaris?respect σε τέτοια αριστουργήματα απο τις αγαπημένες ταινίες!