Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

RUNAWAY TRAIN (1985)


Αποφάσισα να εγκαινιάσω την συμμετοχή μου στο παρόν blog μιλώντας για ένα τρένο. Ένα τρένο που ξεκίνησε από την κόλαση, που νομοτελειακά κατέληξε σε αυτή και που στο ενδιάμεσο πρόλαβε να ξεναγήσει το θεατή στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Και ήταν αυτή μια ξενάγηση που έγινε όχι με τους ρυθμούς ενός Ταρκόφσκι, την τελειομανία ενός Κιούμπρικ ή τα πλάνα ενός Μπέργκμαν, αλλά με την κλασική, στερεότυπη και με ξεδιάντροπα σαφείς σκοπούς χολιγουντιανή συνταγή. Με αποτέλεσμα το “τρένο της μεγάλης φυγής”, όπως είναι ο ελληνικός τίτλος της ταινίας στην οποία αναφέρομαι, να αφήνει τους πάντες ευχαριστημένους.

Βλέπω τις σημειώσεις μου: “Μια πολυεπίπεδη ταινία είναι μια ταινία η ιστορία της οποίας δεν εξαντλείται στο πρώτο και εύκολο επίπεδο των προφανειών αλλά προχωρά ξετυλίγοντας στο θεατή επιπλέον επίπεδα ανάγνωσης με κλιμακούμενη συνήθως δυσκολία κατανόησης. Κάθε θεατής σταματάει στο επίπεδο μέχρι το οποίο μπορούν να φτάσουν οι νοητικές και γνωστικές του ικανότητες. Επομένως ο παραγωγός μιας τέτοιας ταινίας εξασφαλίζει άνετα την αποδοχή της από μια μεγάλη ποικιλία κοινού, ακόμα και του πιο δύσκολου και απαιτητικού, ενώ ο σκηνοθέτης δεν είναι δέσμιος του παραγωγού σε ό,τι αφορά στη δημιουργική του έκφραση”.

Φαντάζομαι ότι οι αναγνώστες του παρόντος blog ανήκουν στο λεγόμενο “δύσκολο” κοινό και εύλογα θα αναρωτηθούν πόσα και ποια είναι τα βαθύτερα επίπεδα στη συγκεκριμένη περίπτωση αν το αμερικανικών προδιαγραφών στόρι θεωρηθεί ως το πρώτο. Ε λοιπόν, αν η αρχετυπική ιστορία απόδρασης, που την έχουμε δει σε διαφορετικές ταινίες και με κάθε λογής ηθοποιούς, είναι απλά το “ισόγειο” της ταινίας τότε το “υπόγειό” της είναι ένα μέρος όπου κατοικούν τέρατα. Και συγκεκριμένα, δύο ιερά τέρατα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: ο Ουΐλιαμ Σαίξπηρ και ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι.
Η παρουσία του Σαίξπηρ στην ταινία υποδηλώνεται ευθέως μέσα από ένα σύντομο απόσπασμα από τον Ριχάρδο Γ’ στην τελευταία σκηνή. “Κανένα θηρίο δεν είναι τόσο άγριο που να μη νοιώθει έστω και λίγη συμπόνια” λέει η Λαίδη Άννα στο Ριχάρδο ο οποίος ευφυέστατα της απαντά “Εγώ δε νιώθω καθόλου συμπόνια άρα δεν είμαι θηρίο”. Το οποίο απόσπασμα έχει ήδη “προαναγγελθεί” μέσω ενός παρεμφερούς διαλόγου ο οποίος διαδραματίζεται σε μια ενδιάμεση σκηνή μεταξύ της μηχανοδηγού και του δραπέτη: «Είσαι ένα ζώο» λέει η πρώτη και ο δραπέτης απαντά “Όχι, είμαι κάτι χειρότερο! Άνθρωπος! Άνθρωπος”.

Η διαφορά της ταινίας με το έργο του Σαίξπηρ είναι ότι στο τρένο επιβαίνουν δύο θηρία, ο δραπέτης και ο διευθυντής των φυλακών που τον καταδιώκει. Δύο θηρία που έχουν στραφεί το ένα εναντίον του άλλου ακριβώς λόγω της ταυτόσημης φύσης τους. Και που, αν θέλετε, είναι (δραματουργικά) καταδικασμένα να χάσουν ταυτόχρονα τη ζωή τους ακριβώς γιατί πρόκειται για τις ενσαρκώσεις του ίδιου (σαιξπηρικού) ήρωα.

Αντίθετα, οι δύο ήρωες που επιζούν, μοιάζουν να ξεπηδούν από τις σελίδες των βιβλίων του Ντοστογιέφσκι. Η νεαρή μηχανοδηγός σαν άλλος “Ηλίθιος” δεν εγκαταλείπει την πίστη της στον άνθρωπο αλλά και στα θαύματα (με συνέπεια το χλευασμό από τον δραπέτη) ενώ ο νεαρός θαυμαστής του δραπέτη, αν και κυριολεκτικά ηλίθιος, μοιάζει ψυχικά και ηθικά τόσο διαταραγμένος που παραπέμπει στους επιβλητικούς “Δαιμονισμένους”. Και ίσως τελικά το ότι επιζούν να οφείλεται περισσότερο στην τύχη παρά στο ότι δεν είναι “κακοί”. Διότι, τόσο στα έργα των δύο συγγραφέων όσο και σε αυτή την ταινία, οι έννοιες του καλού και του κακού δεν είναι και τόσο διακριτές.

Σε επίρρωση των παραπάνω ας αναφερθεί, για όσους πιθανόν δεν το ξέρουν, ότι σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο Αντρέι Κοντσαλόφσκι ενώ η αρχική σεναριακή ιδέα ήταν του Ακίρα Κουροσάβα. Ένας Ρώσος που (απ’ ό,τι φαίνεται) έχει μελετήσει καλά τον Ντοστογιέφσκι και ένας Ιάπωνας που μέσα από τις ταινίες του έχει ήδη δείξει ότι κατανοεί και αποδίδει άριστα τόσο τα έργα του Σαίξπηρ (Ο θρόνος του αίματος, Ραν) όσο και του Ντοστογιέφσκι (Ο ηλίθιος, Το υπόγειο).

Πάνος Αλεξόπουλος

1 σχόλιο:

ναυτίλος είπε...

Εξαιρετικές οι επισημάνσεις σου για τις "εκλεκτικές συγγένειες" που διέπουν την ταινία...